Κατηγορίες

Τα βιβλία ούτως ή άλλως είναι μαγικά. Ρωτήστε όποιον θέλετε.

Τα βιβλία ούτως ή άλλως είναι μαγικά. Ρωτήστε όποιον θέλετε.

Τα βιβλία ούτως ή άλλως είναι μαγικά. Ρωτήστε όποιον θέλετε.

Η Κέλλυ Μπάρνχιλ συστήνεται ως συγγραφέας, δασκάλα, μητέρα, κάτοχος του βραβείου Newbery, ανεπίδεκτη κηπουρός, ειδική στις πίτες. Στην Ελλάδα μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο που της χάρισε το βραβείο και που –με δυο λόγια– είναι ένα επικό παραμύθι ενηλικίωσης, «εξίσου συναρπαστικό και πολυεπίπεδο με μεγάλα κλασικά βιβλία, όπως ο Πίτερ Παν και ο Μάγος του Οζ» (The New York Times Book Review), «με χαρακτήρες τρομερής ακεραιότητας (και χαρακτήρες δίχως ψήγμα ακεραιότητας), με έναν κόσμο γεμάτο στοιχεία παραξενιάς και δολοπλοκίας και με ύφος που αγγίζει την ποίηση. Μια σίγουρη επιλογή για όσους απολαμβάνουν τις πραγματικά φανταστικές ιστορίες». (Booklist)

Μια φανταστική ιστορία που αξίζει να μοιραστούμε με τα παιδιά μας, από 10 ετών περίπου. Είναι πάντα καλύτερο το μοίρασμα αν διαβάσουμε κι εμείς το βιβλίο. Γιατί το πιο πιθανό είναι πως θα αποκτήσουμε έναν κόσμο στον οποίο θα επιστρέφουμε κατά βούληση, θα αποκτήσουμε βιώματα που θα συζητάμε με τα παιδιά μας για καιρό και θα κάνουμε κοινούς φίλους (και εχθρούς) που θα μας συντροφεύουν για πάντα.

Δε θα σας χαλάσουμε τη μαγεία του βιβλίου με το να μιλήσουμε για την υπόθεση. Για σήμερα σας προτείνουμε να εμπνευστείτε από τα λόγια της συγγραφέα κατά την παραλαβή του μεγάλου βραβείου της.

«Μεγάλωνα τον κόσμο, γιατί μπορούσα. Γιατί ήθελα να είναι μεγαλύτερος».

Λέω ιστορίες όλη μου τη ζωή. Οι περισσότερες είναι αλλόκοτες. Οι περισσότερες είναι εξωφρενικές. Οι περισσότερες είναι παράδοξες και περίεργες και παράξενες. Δεν μπορώ να το αλλάξω. Μπορεί να φταίει η εγκεφαλική μου καλωδίωση. Μπορεί το άγχος. Μπορεί το γεγονός ότι ήμουν το μεγαλύτερο παιδί – και συνηθίζεται να αναθέτουν στα μεγαλύτερα παιδιά να προσέχουν τα μικρότερα παιδιά, τα πιο ζωηρά. Και πώς να διασκεδάσω τα μικρότερα παιδιά; Έλεγα ιστορίες. Έπαιρνα έναν μικρό χώρο, έναν μικρό κόσμο, μια μικρή ζωή και τη μεγάλωνα, την εξάπλωνα, τη γέμιζα μαγεία. Μεγάλωνα τον κόσμο, γιατί μπορούσα. Γιατί ήθελα να είναι μεγαλύτερος. Έκανα τα πάντα να περιέχουν πλήθη, να μην είναι εγώ αλλά εμείς, γιατί εγώ η ίδια ήθελα να περιλαμβάνω πλήθη. Χρησιμοποίησα ιστορίες για να πω την αλήθεια για τον κόσμο και για τον εαυτό μου, και χρησιμοποίησα ιστορίες για να πω ψέματα – για τον κόσμο και για τον εαυτό μου.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήμουν μία συνεσταλμένη, άτσαλη, κοινωνικά αγχώδης και αφόρητα μοναχική δωδεκάχρονη, με μια τρομαχτική εμμονή στα παραμύθια, ταξίδευα με τους τρεις ξωτικοσυντρόφους μου σε ένα μαγικό μονοπάτι, σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος – ήταν τα υπολείμματα της κάποτε μεγάλης γραμμής τρόλεϊ της πόλης μου, που εγκαταλείφθηκε κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1950 και η οποία υποχώρησε σταδιακά στην ορμή των αγριόχορτων, των θάμνων και των βαμβακόδεντρων. Για μένα, όμως, ήταν ένα άγριο και ατελείωτο δάσος. Και οι ξωτικοσύντροφοί μου –τα ξανθά παιδιά της κάτω γειτονιάς που πρόσεχα τα βράδια, τις Τρίτες και τις Πέμπτες– με πίστεψαν όταν τους είπα ότι ήταν ξεχωριστό και με πίστεψαν όταν τους είπα ότι ήταν μαγικό και με πίστεψαν ότι πήγαινε για μίλια και μίλια, και ότι έπρεπε να κρατήσουμε τα χέρια πολύ σφιχτά, αλλιώς θα μπορούσαμε να χαθούμε για πάντα στον παχύ θόλο των δέντρων.

(Με πίστεψαν, φυσικά, γιατί ήθελα κι εγώ πολύ να το πιστέψω. Πιστεύουμε σε κάτι και αυτό είναι. Αυτή είναι η δύναμη των ιστοριών.)

Είπα στα παιδιά πως μια καταβόθρα ήταν το κρησφύγετο ενός κακού βασιλιά και πως έπρεπε να κρατήσουμε την αναπνοή μας όταν περνούσαμε από δίπλα για να μην μπορέσει να αρπάξει τον αέρα από τα πνευμόνια μας, να τον φυλακίσει και με αυτόν τον τρόπο να φυλακίσει και εμάς για πάντα στα υπόγεια μπουντρούμια του. Η αναπνοή είναι μαγική, εξάλλου. Ρωτήστε όποιον θέλετε.

Τους είπα πως αν κοίταζαν τον φλοιό των δέντρων για αρκετή ώρα, τελικά θα έβλεπαν έναν χάρτη – έναν χάρτη που θα τους έδινε τις ακριβείς οδηγίες προς μια χώρα που δεν υπάρχει στη Γη. Τους είπα ότι ο ροζ χαλαζίας είναι τα θαμμένα υπολείμματα της καρδιάς ενός πεθαμένου νάνου και ότι μπορούσαν να αποσπάσουν την προσοχή των φαντασμάτων φυσώντας στάχτες στα πρόσωπά τους και ότι μια ξαφνική δροσερή αύρα ήταν τα πνεύματα χαμένων πολεμιστών που ήθελαν να τους υπενθυμίσουν να είναι γενναίοι και τολμηροί και ευγενικοί και δίκαιοι.

Οι ιστορίες μεγεθύνουν, διαστέλλουν, ενδυναμώνουν. Και μπορούν και μεταμορφώνουν τα αυτιά των χοίρων σε μεταξένια πορτοφόλια και τους χοιροβοσκούς σε βασιλιάδες. Μια ιστορία μπορεί να κάνει ένα μοναχικό, φοβισμένο παιδί να αισθανθεί ότι είναι κάτι άλλο, κάτι σημαντικό έστω και για μια στιγμή. Και μπορεί να κάνει ένα άσχημο ξεχασμένο κομμάτι μιας πόλης να φαίνεται σαν ένα άγριο κι ατέλειωτο δάσος.

Λέμε ιστορίες γιατί λαχταράμε κάτι παραπάνω. Πιο σπουδαίες αλήθειες, εμπειρίες, ζωές. Λέμε ιστορίες γιατί θέλουμε εμείς να είμαστε κάτι παραπάνω απ’ το φτωχό εγώ μας. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από έναν ευρύτερο και πιο πολυπρισματικό φακό και μπορούμε, έστω για λίγο, να νιώσουμε όπως νιώθει κάποιος άλλος, να σκεφτόμαστε όπως σκέφτεται κάποιος άλλος και να αναπνέουμε την πολύτιμη και μαγική ανάσα κάποιου άλλου.

Αλλά.

Υπάρχει και μια άλλη δύναμη των ιστοριών, αυτή που οι καλοπροαίρετοι, άνθρωποι των βιβλίων δε θέλουν πάντα να αναφέρουν. Οι ιστορίες μπορούν να αποκαλύψουν, να αναλύσουν και να εμβαθύνουν, ναι, αλλά μπορούν επίσης να κρύψουν, να μπερδέψουν και να αποσπάσουν την προσοχή μας. Οι ιστορίες μπορούν να καταλύσουν τα εμπόδια, να αποκαλύψουν την ευγένεια των συνηθισμένων ανθρώπων, αλλά μπορούν επίσης να μεταμορφώσουν αγαθές ηλικιωμένες κυρίες σε τρομακτικές μάγισσες και γείτονες σε κακούργους. Οι ιστορίες μπορούν να προκαλέσουν συντροφικότητα, μοίρασμα, γενναιοδωρία, αλλά και αντιπάθεια, μίσος και διαμάχες. Οι ιστορίες είναι γέφυρες και τείχη.

Όταν έγραφα αυτή την ομιλία, με ρώτησαν πολλοί για την πολιτική. «Θα μιλήσετε για πολιτική στην ομιλία σας στο Newbery, Kelly Barnhill;» Αυτό με ρωτούσαν οι άνθρωποι – αφού για άλλη μια φορά κατάφεραν να με πείσουν ότι, ναι, πραγματικά κέρδισα ένα καταραμένο Newbery και αυτό δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου. Είναι δύσκολο να μη μιλήσουμε για την πολιτική. Ζούμε –δεν ξέρω αν έχετε παρατηρήσει– σε ενδιαφέροντες καιρούς. Και φυσικά όλη η τέχνη είναι πολιτική. Και η πολιτική, κατά βάση, είναι μια αφήγηση. Όλα τα κοινωνικά κινήματα, όλες οι κοινωνικές αλλαγές, οι παλινωδίες της δικαιοσύνης – όλα είναι αφήγηση. Παίρνουμε τη σκυτάλη της αφήγησης και με τη σειρά μας επαναλαμβάνουμε την ιστορία με τέτοιον τρόπο, ώστε να αντανακλά καλύτερα τον κόσμο που θέλουμε να δούμε. Οι άνθρωποι δίνουν νόημα σ’ όλα μέσα από την αφήγηση. Αυτό δεν αλλάζει. Έτσι είμαστε προγραμματισμένοι. Γι’ αυτό, ποιανών οι ιστορίες λέγονται, ποιανών οι ιστορίες φιμώνονται, γιατί τελικά λέγονται οι συγκεκριμένες ιστορίες και τι κάνουμε εμείς ως πολιτισμένη κοινωνία με αυτές τις ιστορίες, αυτό είναι που έχει σημασία. Αυτό το έργο έχει σημασία. Και πάντα είχε. Αλλά τώρα περισσότερο από ποτέ. Και πρέπει να δώσουμε προσοχή. Και ως άνθρωποι που ζουν από τα βιβλία και τις ιστορίες, πρέπει να δείξουμε στα παιδιά πώς να δώσουν προσοχή επίσης.

Έγραψα αυτό το βιβλίο γιατί ήθελα να παλέψω με την αντίληψη των ψευδών αφηγήσεων. Αυτών των ιστοριών που μετατρέπουν τους γείτονες σε αποδιοπομπαίους τράγους. Των ιστοριών που διαιωνίζουν τη μισαλλοδοξία. Των ιστοριών που μας ωθούν να κοιτάμε τη μικροσκοπική καμπούρα του γείτονα, την ίδια στιγμή που αγνοούμε την τεράστια δικιά μας. Ενώ όλοι μάθαμε πώς το μυαλό ανοίγει με τις ιστορίες, όλοι έχουμε μελετήσει ιστορία και γνωρίζουμε πως το νόμισμα έχει κι άλλη πλευρά. Γνωρίζουμε ότι η τυραννία και η μισαλλοδοξία δομούνται επίσης πάνω σε ιστορίες. Γνωρίζουμε ότι η συστηματική καταπίεση εκλογικεύεται μέσα από ιστορίες. Γνωρίζουμε ότι οι κτηνωδίες δικαιολογούνται από ιστορίες. Αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει με τα μεγάλα ισχύει και για τα μικρά. Το μίσος προς τον εαυτό βασίζεται σ’ ένα σενάριο. Η αυτοαμφισβήτηση είναι αφήγηση. Διάολε, ακόμα και το άγχος είναι απλά μια ιστορία που λέμε στον εαυτό μας ξανά και ξανά, και δεν μπορούμε να τη σταματήσουμε.

Οι ιστορίες είναι ισχυρές. Για καλό ή κακό. Μπορούν κυριολεκτικά να ξαναγράψουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μπορούν και να ξαναγράψουν από την αρχή όλο τον κόσμο γύρω μας.

* * *

Αυτό προσπαθούσα να κάνω στο Κορίτσι που ήπιε το φεγγάρι (The Girl Who Drank the Moon). Να δείξω πώς μια ιστορία, όταν λέγεται κυνικά, μπορεί να διαστρεβλώσει την αλήθεια. Ήθελα να δείξω πώς μια κυνική ιστορία μπορεί να γίνει ένας τοίχος, μια φυλακή, ένα όπλο. Και μόνο με την ανατροπή της αφήγησης, με την επαναδημιουργία και επανεξέταση και επανάληψη, μπορούμε να αντικαταστήσουμε αυτό που είναι επιβλαβές, με ιστορίες που μας μεγαλώνουν, μας εξευγενίζουν, μας επεκτείνουν.

Πιστεύω ότι αυτό είναι δυνατό. Το έχω δει να συμβαίνει και ξέρω ότι το έχετε δει κι εσείς. Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Και έχουμε παιδιά που, εδώ και τώρα, έχουν βαθιά ανάγκη από βιβλία που θα τους δώσουν τα εργαλεία που χρειάζονται για να σκέφτονται κριτικά. Να κάνουν ερωτήσεις. Να αναλύουν τις υποτιθέμενες αφηγήσεις – τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τον κόσμο. Χρειαζόμαστε ιστορίες καθρέφτες, έτσι ώστε κάθε παιδί να μπορεί να δει καθαρά τον εαυτό του. Χρειαζόμαστε ιστορίες λαμπερά φώτα, οι οποίες θα ρίξουν μια λάμψη ελπίδας σε έναν ταραγμένο κόσμο. Χρειαζόμαστε ιστορίες γέφυρες και δρόμους που θα συνδέουν αυτό που γνωρίζουμε με αυτό που δε γνωρίζουμε. Ιστορίες ασφαλή λιμάνια και φιλόξενα ιερά, ιστορίες που να είναι πανοπλία και ασπίδα, φίλοι και σύντροφοι. Ιστορίες που ελευθερώνουν κρατουμένους, θεραπεύουν τους πληγωμένους, διδάσκουν τους αδαείς και τροφοδοτούν τις πονεμένες ψυχές μας.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήμουν ένα μοναχικό παιδί, ένα ανήσυχο παιδί, φορτωμένο με μια ψευδή αφήγηση – την ιστορία του εαυτού μου. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μάθω πώς να ανατρέψω αυτή την αφήγηση. Σαν άνθρωποι των βιβλίων, όλοι είμαστε ειδικοί στην ανατροπή. Γνωρίζουμε ότι τα βιβλία μάς διδάσκουν να παραβιάζουμε, να αντιστεκόμαστε, να ακούμε, να ενώνουμε, να αναλύουμε και να κατανοούμε. Με τα βιβλία είμαστε κάτι παραπάνω από το εγώ. Με τα βιβλία γινόμαστε εμείς. Συχνά έχω πει ότι η ανάγνωση είναι μια πράξη ριζοσπαστικής ενσυναίσθησης και το πιστεύω, αλλά και μια συντομευμένη εκδοχή αυτού είναι επίσης αλήθεια. Η ανάγνωση είναι ριζοσπαστική, τελεία και παύλα. Αυτός είναι και ο λόγος που κάθε παιδί αξίζει μια βιβλιοθήκη που χτίζεται πάνω σε δοκάρια από ριζοσπαστικές αναγνώσεις – βιβλία που μας μεγεθύνουν, μας εξευγενίζουν, βιβλία που μας θυμίζουν να είμαστε γενναίοι, τολμηροί και ευγενικοί και δίκαιοι. Βιβλία που μας προκαλούν να αντιμετωπίσουμε τις αφηγήσεις της κουλτούρας μας, που στρεβλώνουν, χωρίζουν, μας λένε ψέματα για τον εαυτό μας – και να τις παραβιάσουμε, να κοιτάξουμε μέσα τους, να αναλύσουμε τα μέρη τους και, τελικά, να γράψουμε κάτι νέο. Πείτε μια νέα ιστορία. Ξαναγράψτε τον κόσμο. Τα βιβλία ούτως ή άλλως είναι μαγικά. Ρωτήστε όποιον θέλετε.

Προηγούμενο
Επόμενο