Κατηγορίες

Μαρούλα Κλιάφα, Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο

Μαρούλα Κλιάφα, Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο

Η Μαρούλα Κλιάφα είναι μια τολμηρή και δυναμική συγγραφέας. Αυτό προκύπτει από το ύφος, τη θεματολογία αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τα θέματά της. Είναι ειλικρινής, αυθόρμητη, αστεία, κι ίσως αυτά είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που κάνουν τα βιβλία της συναρπαστικά και καθηλωτικά.

 

Δύο από τις ερωτήσεις, οι οποίες έχουν μπει σε εισαγωγικά, αποτελούν φράσεις που έχουν αποσπαστεί από το μυθιστόρημά της «Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο».

 

Μιλήστε μας για τις αναμνήσεις σας από τη δεκαετία του 1940. 

 

Γεννημένη το 1937, η πρώτη ανάμνηση που έχω από τη δεκαετία του 1940 είναι οι γερμανικοί βομβαρδισμοί. Μόλις χτυπούσε η σειρήνα, τρέχαμε να κρυφτούμε στο καταφύγιο από μπετόν που είχε βάλει ο πατέρας μου να κατασκευάσουν στην αυλή του σπιτιού μας. Ήταν ένας χώρος δύο επί τρία και εκεί μέσα στριμωχνόμασταν όρθιοι εκτός από τη δικιά μας τετραμελή οικογένεια, η γιαγιά μου, οι θείες και θείοι μου και δυο φιλικές οικογένειες. Συνολικά γύρω στα είκοσι άτομα.

Εγώ, που μόλις είχα κλείσει τα τέσσερα χρόνια μου, μην έχοντας συναίσθηση του κινδύνου, όλη αυτή την ιστορία την αντιμετώπιζα σαν παιχνίδι. Στη συνέχεια έζησα μια συναρπαστική περιπέτεια. Για να γλιτώσουμε από την κόλαση των βομβαρδισμών, καταφύγαμε σε ένα κοντινό χωριό. Μαζί μας είχαμε λίγα σκεπάσματα και έναν μεγάλο τενεκέ με χαλβά του μπακάλη.

Το πρώτο βράδυ κοιμηθήκαμε στρωματσάδα σε ένα λιβάδι κάτω από τον έναστρο ουρανό. Την επομένη, ένας πονόψυχος χωρικός μάς παραχώρησε τη μισή στρούγκα του. Ήταν μια κλαδόπλεκτη καλύβα όπου στάλιζαν τα πρόβατα. Για μια εβδομάδα κοιμόμασταν πλάι στα πρόβατα. Μοναδική εμπειρία.

Όταν μάθαμε πως οι βομβαρδισμοί σταμάτησαν –οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει τα Τρίκαλα–, επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Δυο μήνες αργότερα οι Γερμανοί παραχώρησαν όλη τη Θεσσαλία στους Ιταλούς. Επί ιταλικής κατοχής δυο Ιταλοί αξιωματικοί, ο Μάριο και ο Γκουίντο, επέταξαν ένα δωμάτιο του σπιτιού μας. Εγώ με τους Ιταλούς έπιασα γρήγορα φιλίες. Συμπαθούσα ιδιαίτερα τον Γκουίντο, που με φίλευε καραμέλες και τραγουδούσε ναπολιτάνικα τραγούδια.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την παράδοση της Μεραρχίας Πινερόλο στους ΕΛΑΣίτες, ήρθαν στα Τρίκαλα οι Γερμανοί. Αυτοί επέταξαν το μισό μας σπίτι. Άδειασαν από τα έπιπλα τη σαλοτραπεζαρία μας, έφτιαξαν διπλά κρεβάτια σαν κουκέτες και ένα μέρος του σπιτιού μας μετατράπηκε σε στρατώνα. Από τη γερμανική κατοχή έχω μια τραυματική εμπειρία: είδα κρεμασμένα στην πλατεία τα κουφάρια πέντε ΕΠΟΝιτών. Τους είχαν απαγχονίσει οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους Τριεψιλίτες για αντίποινα. Έναν χρόνο αργότερα –κι ενώ ήδη είχαμε απελευθερωθεί– είδα κρεμασμένα στους φανοστάτες της ίδιας πλατείας τα κεφάλια του Βελουχιώτη και του συντρόφου του Τζαβέλα.

Ζούσαμε έναν ζωντανό εφιάλτη. Κι όμως συνεχίσαμε να παίζουμε, να γελάμε… Συχνά αναρωτιέμαι πώς αντέξαμε τόση βία.

Τον Ιούνιο του 1947 συνέβη στην οικογένειά μας ένα συνταρακτικό γεγονός που σημάδεψε τη ζωή μου. Όμως εδώ σταματώ την αναδρομή στο παρελθόν. Τη συνέχεια την έχω γράψει στο μυθιστόρημα με τον συμβολικό τίτλο «Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο».

 

Πώς γίνεται κάποιος να είναι θύτης και θύμα την ίδια στιγμή;

 

Στους εμφυλίους αυτό ακριβώς συμβαίνει. Οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού (τότε τούς αποκαλούσαμε κατσαπλιάδες) κατέβαιναν από τα βουνά στα χωριά και τις πόλεις, επιστράτευαν με τη βία πολίτες, πυρπολούσαν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια –αδιαφορώντας αν έθεταν σε κίνδυνο τους ανθρώπους που ήταν μέσα– έβαζαν νάρκες στους δρόμους στοχεύοντας στους αντιπάλους τους, αλλά τις περισσότερες φορές σκοτώνονταν αθώοι πολίτες. Με άλλα λόγια ήταν θύτες. Ταυτόχρονα όμως αυτοί οι θύτες μετατρέπονταν σε θύματα όταν το κράτος υποχρέωνε τους γονείς τους να τους αποκηρύξουν δημοσίως, εξόριζαν τους συγγενείς τους και ο Εθνικός Στρατός κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τούς αποδεκάτιζε. Όσοι αντάρτες συλλαμβάνονταν οδηγούνταν στα έκτακτα στρατοδικεία, όπου με συνοπτικές διαδικασίες πολλοί καταδικάζονταν σε θάνατο. Δυο μέρες αργότερα εκτελούνταν διά τουφεκισμού.

 

«Ο χρόνος νοθεύει τη μνήμη»;

 

Πράγματι ο χρόνος νοθεύει τη μνήμη. Κάποια γεγονότα τα εξωραΐζει, ενώ άλλα τα μεγαλοποιεί. Όταν μάλιστα είσαι παιδί, ερμηνεύεις κατά τρόπο αυθαίρετο κάποιες καταστάσεις. Πλάθεις δικές σου ιστορίες και πολλές από αυτές νομίζεις πως τις έζησες.

 

Τι σας οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου αυτού αυτή τη χρονική περίοδο;

 

Ο λόγος που έγραψα ένα (μυθ)ιστόρημα με θέμα τον Εμφύλιο είναι διττός.

Ο πρώτος ήταν από προσωπική ανάγκη. Ανακαλώντας στη μνήμη μου γεγονότα που ήταν καθοριστικά στη ζωή μου και γράφοντας όσα θυμόμουνα από εκείνη τη σκοτεινή εποχή ήταν για μένα κάτι σαν ψυχοθεραπεία. Ξανάδα τα πράγματα με περισσότερη ψυχραιμία.

Ο δεύτερος λόγος ήταν πως ήθελα γράφοντας ένα ιστορικό αφήγημα να μοιραστώ τις εμπειρίες μου με τους σημερινούς εφήβους. Από συζητήσεις μαζί τους γνωρίζω πως οι περισσότεροι μαθητές βρίσκουν βαρετό το μάθημα της Ιστορίας. Πώς όμως μπορείς να πορευτείς στο μέλλον όταν αγνοείς το παρελθόν; Σκέφτηκα λοιπόν πως η λογοτεχνία –όταν φυσικά δεν είναι στρατευμένη– είναι ο προσφορότερος τρόπος να μάθεις και Ιστορία. Προσωπικά τις πρώτες μου γνώσεις για τον ισπανικό εμφύλιο τις οφείλω σε δυο μυθιστορήματα: στο «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» και στο «Στρατιώτες της Σαλαμίνας».

 

«Είπε τελικά η Ιστορία τον τελευταίο λόγο»;

 

Η ερώτησή σας, η οποία αποτελεί και την τελευταία φράση του βιβλίου μου, είναι από επιλογή διφορούμενη. Σχεδόν αινιγματική. Μια πρόκληση στον αναγνώστη να γίνει συν-συγγραφέας και να δώσει τη δικιά του εκδοχή.


Tags: ιστορικό, κοινωνικό, πόλεμος
Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 30/11/2022 09:07:00