Κατηγορίες

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Τίγκρε, με τα χέρια γυμνά

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Τίγκρε, με τα χέρια γυμνά

Η Ελένη Κατσαμά συνομιλεί με τον Γιώργο Παναγιωτάκη με αφορμή την έκδοση του μυθιστορήματός του με τίτλο «Τίγκρε, με τα χέρια γυμνά».

 

Πώς σκέφτηκες τον Τίγκρε;

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η ερώτηση μου προκαλεί σχεδόν πάντα αμηχανία – και είναι και συχνή, σίγουρα θα σου την κάνουν και εσένα οι αναγνώστες. Και αυτό γιατί συχνά δεν ξέρω τι να απαντήσω και αναγκάζομαι να επινοώ διάφορα για να ξεγλιστρήσω. Είναι άλλωστε τόσα πολλά και τόσο παράταιρα μεταξύ τους τα υλικά που βρίσκονται στον πυρήνα μιας ιστορίας, ώστε είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψεις με ακρίβεια την αρχική πηγή. Στην περίπτωση του Τίγκρε, πάντως, τα πράγματα είναι αρκετά πιο απλά, αφού τουλάχιστον μπορώ να εντοπίσω μερικές από αυτές τις πηγές. Καταρχάς, είναι η αγάπη μου για το ποδόσφαιρο. Και αναφέρομαι κυρίως στο ποδόσφαιρο που παίζουν ο Τίγκρε, η Φαμπιάνα, ο Πισότε και τα άλλα παιδιά στο λοξό τσιμεντένιο γηπεδάκι της γειτονιάς ή στη γεμάτη πέτρες αλάνα που στα μάτια τους «είναι σκέτο Μαρακανά». Σε έναν βαθμό, στα πρόσωπα αυτών των παιδιών βλέπω θολά τους συμπαίκτες και τους αντιπάλους μου των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων και θυμάμαι τους θρυλικούς αγώνες μας από τους οποίους νιώθαμε ότι κρέμεται ολόκληρη η ύπαρξή μας, μα και το ανομολόγητο όνειρό μας ότι κάποτε θα γινόμασταν διάσημοι ποδοσφαιριστές. Στη δική μου περίπτωση, το συγκεκριμένο όνειρο αντικαταστάθηκε σύντομα από άλλα, όμως ένιωθα ότι κάτι του χρωστούσα. Όλο αυτό το προσωπικό και ελαφρώς νοσταλγικό συναντήθηκε με κάποια θέματα που με απασχολούν πάντα, όπως είναι εκείνο της ανισότητας και των ορίων που κυκλώνουν ένα παιδί ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο του έτυχε να γεννηθεί. Γιατί, βέβαια, δεν ξεκινούν όλα τα παιδιά τη ζωή τους από την ίδια αφετηρία, χώρια που κάποια πρέπει να υπερπηδήσουν ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια. Είναι ακόμα το ζήτημα της αυθαιρεσίας της εξουσίας, που σε μέρη όπως είναι η γειτονιά του Τίγκρε γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική. Από το μείγμα δε θα μπορούσε να λείπει η γοητεία που μου ασκεί –όπως φαντάζομαι και σε κάθε συγγραφέα που ασχολείται με την εφηβική λογοτεχνία– το συχνά δύσκολο και επικίνδυνο, αλλά πάντα μαγευτικό ταξίδι ενός ανθρώπου προς την ενηλικίωση και τη συνειδητοποίηση της πολυπλοκότητας της ζωής.

 

Ο Τίγκρε είναι ένα αγόρι που, παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που αντιμετωπίζει, στο τέλος δικαιώνεται. Το ίδιο και ο αναγνώστης, ο οποίος συμπάσχει και αγωνιά μαζί του. Είναι ορατό ένα τέτοιο σενάριο δικαιοσύνης και εξυγίανσης στην αληθινή ζωή; Τι προϋποθέσεις πρέπει να υπάρχουν;

Ναι, είναι ορατό. Αν δεν το πιστεύαμε, δε θα είχαμε λόγο να γράφουμε ή να προσπαθούμε, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, να καταδείξουμε ή να θεραπεύσουμε τα κουσούρια του κόσμου μας. Το πρόβλημα είναι ότι για αμέτρητα παιδιά η θέα παρεμποδίζεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε τις περισσότερες φορές, αργά ή γρήγορα, καταθέτουν τα όπλα και απαρνιούνται τα όνειρά τους. Το κάθε τι γίνεται πολύ πιο δύσκολο όταν μεγαλώνεις σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Και είναι χρέος μας, αν μη τι άλλο, να μην αποδεχόμαστε αυτόν τον μονόδρομο σαν κάτι το δεδομένο.

 

Γιατί οι Ιμορτάλ του κόσμου μεσουρανούν;

Οι λόγοι, υποθέτω, είναι πολλοί και σύνθετοι. Το βέβαιο είναι ότι σε μέρη όπως είναι η φαβέλα του Τίγκρε υπάρχει μια αλυσίδα εξάρτησης που δένει τον κάθε κάτοικο με τον «ντόνο», τον τοπικό άρχοντα του οργανωμένου εγκλήματος. Ο τελευταίος από τη μία τούς στρατολογεί στην υπηρεσία του και από την άλλη λειτουργεί ως προστάτης της κοινότητας καλύπτοντας μερικές από τις ανάγκες τους – όχι όμως πάρα πολλές, καθώς η εξαθλίωσή τους είναι βασική προϋπόθεση για την προσωπική του ευημερία. Έρχεται, δηλαδή, να αντικαταστήσει την επίσημη εξουσία, η οποία άλλοτε έχει πάρε δώσε μαζί του και άλλοτε απλά αδιαφορεί. Έτσι, ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα τέτοιο μέρος έχει λίγο πολύ μια προδιαγεγραμμένη πορεία από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει. Πριν λίγες μέρες, για παράδειγμα, σε μια επιχείρηση της αστυνομίας στη φαβέλα Ζακαρεζίνιο, σκοτώθηκαν 29 άνθρωποι. Όμως δε χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά για να βρούμε ανάλογες καταστάσεις. «Γειτονιές των Καταραμένων» υπάρχουν και σε μέρη πολύ πιο κοντινά.

 

Μίλησέ μας για την αληθινή ιστορία που υπάρχει πίσω από το βιβλίο.

Υπάρχουν πολλές αληθινές ιστορίες πίσω από το βιβλίο, πολλά πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις. Καταρχάς, είναι το περίφημο Δράμα του Μαρακανά, η απρόσμενη ήττα δηλαδή της εθνικής Βραζιλίας στον τελικό του Μουντιάλ του 1950, ένα γεγονός που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να μνημονεύεται ως μια εθνική πληγή για τη χώρα. Κεντρικό πρόσωπο του δράματος υπήρξε ο τερματοφύλακας της ομάδας Μοασίρ Μπαρμπόσα, ο άνθρωπος που μέσα στον συλλογικό παραλογισμό θεωρήθηκε υπεύθυνος για την «καταστροφή» και αναγκάστηκε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του ως αποσυνάγωγος. Εμείς στο βιβλίο θα τον γνωρίσουμε γέρο πια, να κουβαλά ακόμη τον σταυρό του. Εξίσου αληθινές, όμως, είναι οι καταστάσεις που βιώνουν τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας, ο Τίγκρε και οι φίλοι του, τα «παιδιά της φαβέλας», όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται. Γιατί μπορεί η φαβέλα Εσπεράνσα να είναι φανταστική, έχει όμως χτιστεί με τα υλικά και τις ανθρώπινες ιστορίες που βρήκα κάνοντας μια πολύ μεγάλη έρευνα γύρω από τις πραγματικές παραγκουπόλεις του Ρίο.

 

Πώς διαχειρίζεται κάποιος μια τόσο μεγάλη αποτυχία όπως το Δράμα του Μαρακανά; Πώς ένιωθε ο Μπαρμπόσα ως ο πιο μισητός άνθρωπος σε ολόκληρη τη Βραζιλία;

Ο πραγματικός Μοασίρ Μπαρμπόσα μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το γεγονός ότι από τη μια στιγμή στην άλλη –όση ώρα δηλαδή χρειάζεται η μπάλα για να καταλήξει στα δίχτυα έπειτα από ένα σουτ– μετατράπηκε από εθνικό ήρωα σε αποδιοπομπαίο τράγο. Χρόνια μετά τον πετροβολούσαν στον δρόμο, τον έδιωχναν από καταστήματα ή έκαναν ξόρκια πίσω από την πλάτη του για να μην κολλήσουν τη γρουσουζιά. «Αν είχα σκοτώσει άνθρωπο» είχε πει σε μία συνέντευξή του λίγο πριν πεθάνει «θα με είχαν κλείσει φυλακή για είκοσι, είκοσι πέντε χρόνια το πολύ. Για το δικό μου έγκλημα, όμως, η ποινή, όπως φαίνεται, είναι ισόβια». Η διαχείριση μιας τέτοιας αποτυχίας γίνεται ακόμη πιο δύσκολη σε κοινωνίες όπου ευδοκιμούν οι προκαταλήψεις και τα ανεξέλεγκτα πάθη, όπως είναι αυτό το Βραζιλιάνων για το ποδόσφαιρο. Ίσως μόνο η παιδεία και η αγάπη που έχεις πάρει από τον περίγυρό σου ως παιδί μπορεί να σε θωρακίσει κατάλληλα ώστε να μπορέσεις να προχωρήσεις μπροστά. Και η λογοτεχνία φυσικά. Τα καλά βιβλία πάντα σου δείχνουν τον δρόμο.

 

Ένα τέτοιο καλό βιβλίο παίζει σημαντικό ρόλο και στην ιστορία του Τίγκρε.

Πράγματι, η γιαγιά του δανείζεται για εκείνον τις Μεγάλες Προσδοκίες. Το συγκεκριμένο βιβλίο λειτουργεί ως ένα πρίσμα μέσα από το οποίο ο Τίγκρε μπορεί να δει μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου. Μάλιστα, ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα του Ντίκενς και διαβάζει με προσοχή τις περιπέτειές του μήπως και βρει εκεί λύσεις και ανακαλύψει εναλλακτικές διαδρομές για τα δικά του μπερδέματα. Υπάρχει και μια φράση από το βιβλίο του Ντίκενς που του κάνει μεγάλη εντύπωση: «Άραγε θα είχε βγει καλύτερος άνθρωπος αν είχε ζήσει σε καλύτερες συνθήκες;». Αυτή τη φράση νομίζω ότι πρέπει να την έχουμε όλοι στο μυαλό μας όταν εκφράζουμε την άποψή μας για ανθρώπους και καταστάσεις.

 

Ðñïçãïýìåíï
Åðüìåíï


Page generated: 17/09/2021 12:42:36