ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ CLICK INSIDE

Κατηγορίες

Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, Ο μικρός μπουρλοτιέρης

Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, Ο μικρός μπουρλοτιέρης

 Γράφει η Βασούλα Κατέρη

Ο Λευτέρης, ο γιος του Αντώνη του βιγλάτορα, μεγαλώνει στην Ύδρα στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Παιδί ακόμα το σκάει από το σπίτι του και μπαρκάρει στη ναυαρχίδα Θεμιστοκλής του Ιάκωβου Τομπάζη. Έχει μάτια κι αυτιά ανοιχτά, γρήγορα μαθαίνει όλες τις δουλειές του καραβιού. Μα πάνω απ’ όλα νιώθει τη σπουδαιότητα του αγώνα για την ελευθερία. «… Ο Θεός μάς έφτιαξε λεύτερους. Και ήρθαν οι άνθρωποι πάλι και μας κάνανε σκλάβους. Μας βρίσανε, μας φτύσανε, κάνανε στάβλους τις εκκλησιές μας. Τον πατριάρχη μας τον κρεμάσανε. Σκλαβόπουλα παίρνουν τα παιδιά μας. Γι’ αυτό πολεμάμε, γιε μου. Για να σηκώσουμε λεύτερο κεφάλι κατά τον ουρανό». Αν και ο εχθρός έχει πανίσχυρες δυνάμεις, ο μικρός μούτσος νιώθει πως η φλόγα που καίει στις καρδιές των συμπατριωτών είναι ικανή να πυρπολήσει τους αντιπάλους. Μαθαίνει για την τέχνη του μπουρλότου και τον ηρωισμό του μπουρλοτιέρη. «Ο μπουρλοτιέρης είναι έτοιμος να πεθάνει, παιδί μου. Γι’ αυτό, πριν τη μάχη, μεταλαβαίνει κιόλας». Ο Λευτέρης, άγουρος ακόμα συμμετέχει στα μπουρλότα. Εκεί γεύεται την αγωνία, τον φόβο, την απελπισία του πολέμου. Μπρος στον θάνατο η ανθρώπινη ψυχή λυγίζει, πολύ περισσότερο ενός νεαρού αγοριού. «Ο Λευτέρης ξεχνάει πως είναι εχθροί, ξεχνάει το μίσος και τους όρκους του. Κλείνει τα μάτια του να μη βλέπει τον σκοτωμό, βουλώνει με τις απαλάμες του τ’ αυτιά του, για να μην ακούει τα ουρλιαχτά και τις κραυγές τους. Νιώθει το στομάχι του ν’ ανακατώνεται και του ’ρχεται να κάνει εμετό».

Ο μικρός μπουρλοτιέρης τραυματίζεται ελαφρά και επιστρέφει στην Ύδρα ώσπου να γιατρευτεί. Ξαναμπαρκάρει με τον Ηρακλή του Ανδρέα Μιαούλη. Θ’ ακολουθήσουν μάχες πολλές κι επικίνδυνες. Το κοφτερό μυαλό του καπετάνιου ξεγελάει τις τουρκικές αρμάδες. Μα ο πόλεμος παραμένει σκληρός και άνισος. Η σφαγή της Χίου τούς συντρίβει. Ο Μιαούλης θαυμάζει τη γενναιότητα και τη φιλομάθεια του Λευτέρη. Ανάμεσα σε άλλα του λέει: «… Θα’ ρθει μια μέρα, που τα παιδιά θα ζούνε ξένοιαστα. Εμείς σκοτωνόμαστε για να ’ρθει καιρός που τα παιδιά θα χαίρονται τις λαμπριάτικες μέρες, που δε θα σκιάζονται, γιατί δε θα ’ναι πια σκλάβοι». Ο πόλεμος συνεχίζεται, ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης από τα Ψαρά χτυπά την τουρκική αρμάδα. Ο Λευτέρης στέκεται στο πλευρό του σπουδαίου αγωνιστή με θαυμασμό. Αν και ο ενθουσιασμός του είναι μεγάλος, τον σκοτωμό, τις κραυγές, τα διαμελισμένα κορμιά είναι αδύνατο να τα συνηθίσει. Επιστρέφει και πάλι στην Ύδρα, στη ζεστασιά του πατρικού του σπιτιού. Οι γονείς παρατηρούν το μέστωμα του Λευτέρη αλλά και την αντάρα στην καρδιά του. Είναι Ιούνιος του 1824 όταν τ’ άσχημα μαντάτα για την καταστροφή των Ψαρών φτάνουν στην Ύδρα μαζί με όσα γυναικόπαιδα κατάφεραν να γλιτώσουν. Ο Λευτέρης μεταφέρει το πικρό νέο στον καπετάν Μιαούλη.

Το αγόρι, πριν πιάσει το μπουρλότο, αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Ξεχώριζε από τους συμμαθητές του στο σχολείο. Γι’ αυτό ο Μιαούλης τον έχει και σαν γραμματικό του. Καταγράφει το χρονικό κάθε μάχης. Γράφει τις επιστολές που του υπαγορεύει ο καπετάνιος και τις στέλνει στους άλλους καπεταναίους. Ο Θανάσης, ο αγαπημένος του φίλος και συμμαθητής, μπάρκαρε με τον καπετάν Σαχτούρη. Τα δυο παιδιά συναντιούνται πάνω στο θρυλικό μπρίκι Άρης. Αγκαλιάζονται και δεν μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους. Ο Θανάσης διηγείται με ενθουσιασμό τα κατορθώματα του Κωνσταντίνου Κανάρη, αλλά από την άλλη επισημαίνει τον φόβο και τη φαγωμάρα που επικρατεί πολλές φορές μεταξύ των πληρωμάτων. Μήπως κι ο Λευτέρης δεν έχει ακούσει τόσες φορές τον Μιαούλη να αναθεματίζει τη διχόνοια που τους τρώει; Τον Αύγουστο του 1824 ακολουθεί η ναυμαχία του Γέροντα με την τουρκική αρμάδα να αποτελείται από 50.000 ναύτες και 2.500 κανόνια, ενώ ο ελληνικός στόλος έφτανε μόλις τα 800 κανόνια. Τα μπουρλότα κρίνουν τη νίκη υπέρ της ρωμιοσύνης. Κάθε μάχη όμως έχει απώλειες και σ’ αυτή χάθηκε ο Θανάσης. Στο άκουσμα της είδησης ο Λευτέρης παγώνει. Του είναι αδύνατο να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Ο καπετάν Μιαούλης νιώθει τη θλίψη του παιδιού μα δεν το αφήνει να ξεσπάσει. Τον προτρέπει να γράψουν τα γεγονότα της ναυμαχίας. Εκεί του λέει: «Η Αγία Τράπεζα για να σταθεί θέλει κόκαλα αγίων αποκάτω. Έτσι και το γένος. Πάνω σ’ αυτό το αίμα και τα κόκαλα θα χτιστεί η Ελλάδα, η καινούρια, η λεύτερη. Κι αν δε φτάνουν γι’ αυτή τη δουλειά τούτα τα κόκαλα, να τα, ας πάρει το γένος και τα δικά μας!». Ο πόλεμος συνεχίζεται σφοδρότερος. Ο Ιμπραήμ λεηλάτησε την Κρήτη και τον Απρίλη του 1825 έπεσε η Σφακτηρία και χάθηκαν ο Αναστάσιος Τσαμαδός με τον Σταύρο Σαχίνη. Ο ελληνικός στόλος είναι αναστατωμένος και αποκαρδιωμένος. Τελικά αποφασίζουν να κυνηγήσουν τον Ιμπραήμ στη Μεθώνη με τα μπουρλότα. Σ’ ένα απ’ αυτά καπετάνιος είναι ο Λευτέρης. Οι νίκες αυτή τη φορά είναι για τους Έλληνες. Ο Λευτέρης νιώθει περήφανος μα κρατά καλά μέσα του τα λόγια του καπετάνιου: «Δεκαεφτά χρονώ και έμαθες να σκοτώνεις. […] Η αγάπη είναι το δώρο τ’ ουρανού. […] Κάποτε, παιδί μου, δε θα ’χουμε λόγο πια να μισούμε. Η πατρίδα μας θα ’ναι λεύτερη και ο Τούρκος φευγάτος. Τότες θα πολεμάτε έναν οχτρό που δε χρειάζεται μίσος για να πολεμηθεί: την αμορφωσιά…». Ο Μιαούλης αποφασίζει να πολεμήσουν κοντά στο Μεσολόγγι. Είναι ο μοναδικός τρόπος να δώσουν κουράγιο στους πολιορκημένους, να μη νιώθουν εγκαταλελειμμένοι. Σε μια από κείνες τις μάχες ο Λευτέρης τραυματίζεται σοβαρά. Επιστρέφει στην Ύδρα ακρωτηριασμένος. Νιώθει άχρηστος πια. Με ποιον τρόπο τώρα θα μπορέσει να βοηθήσει την πατρίδα; Την απάντηση δίνει ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Ένα καινούριο όραμα του ξαναδίνει ζωή. Φεύγει να σπουδάσει δάσκαλος στην Πάντοβα. Να συμβάλει στη μόρφωση των παιδιών της πατρίδας του. Έτσι κι έγινε, δάσκαλος πια στη λευτερωμένη πατρίδα, ακουμπισμένος στο δεκανίκι του, ατενίζει ψηλά από το Έρε το πέλαγος και συλλογιέται.

Η συγγραφέας πλάθει εντέχνως έναν νεαρό ήρωα, τον Λευτέρη, και τον τοποθετεί ανάμεσα στους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Δημήτριος Παπανικολής, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Ανδρέας Πιπίνος, ο Ιάκωβος Τομπάζης είναι καπετάνιοι που έγραψαν ιστορία στην Ελληνική Επανάσταση το 1821. Ο ναυτικός αγώνας ξεδιπλώνεται ακολουθώντας τα πραγματικά γεγονότα, δίνοντας ζωή και φως στις προσωπικότητες των συμμετεχόντων. Οι μάχες διαδέχονται η μια την άλλη. Οι Έλληνες αγωνιστές γεύονται πότε τη νίκη και πότε την ήττα. Η οδυνηρή πλευρά του πολέμου είναι προφανής καθώς και η παραδοξότητα πως νέα παιδιά βιώνουν την απειλή του θανάτου και των θλίψεων που επιφέρει μια τέτοια κατάσταση. Αναγνωρίζονται ακόμη οι ανθρώπινες αδυναμίες, όπως ο φόβος, η απογοήτευση, η δειλία, οι οποίες –αν και είναι θεμιτές– ξεπερνιούνται γρήγορα για το καλό του Αγώνα. Απώτερος στόχος είναι πάντα η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η αυτοθυσία, η γενναιότητα, η ομοψυχία, ο αλτρουισμός συνθέτουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός ήρωα. Ο Μιαούλης πολλές φορές υπαινίσσεται τη σπουδαιότητα της παιδείας. Η μόρφωση και η γνώση θα είναι οι θεμέλιοι λίθοι της μετέπειτα ελευθερωμένης πατρίδας. Γι’ αυτό ο Λευτέρης στο τέλος γίνεται ο δάσκαλος που θα διαφωτίσει τις νέες γενιές.

Πρόκειται για ένα ελκυστικό ιστορικό μυθιστόρημα με ρυθμό που συναρπάζει τον νεαρό αναγνώστη, ο οποίος παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα, μεταφέρεται στο κλίμα της ταραγμένης εκείνης περιόδου και συμπάσχει με τα έντονα βιώματά του. Οι ζωντανές περιγραφές μέσα από τις μαρτυρίες των ηρώων και η χρήση της γλώσσας με το ιδίωμα της εποχής δίνουν ενάργεια στο ανάγνωσμα. Οι γνωστικές πληροφορίες εμπεδώνονται με ευχάριστο τρόπο πέρα από διδακτισμούς. Είναι ένα ανάγνωσμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και τον ωθεί σε αναζήτηση περαιτέρω πηγών και πληροφοριών για την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση "Ανάγωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό" από το ΕΚΠΑ.

Ðñïçãïýìåíï
Åðüìåíï


Page generated: 23/04/2021 06:04:59