Κατηγορίες

Άρθρο

Αγγελική Βαρελλά, Καλημέρα, Ελπίδα

Αγγελική Βαρελλά, Καλημέρα, Ελπίδα

Γράφει η Βασούλα Κατέρη


Η Αγγελική Βαρελλά στο Καλημέρα, Ελπίδα μάς μεταφέρει στην Αθήνα των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Μέσα από τις παραστατικές και γλαφυρές περιγραφές του βιβλίου, μια ολόκληρη εποχή ζωντανεύει στα μάτια του αναγνώστη. Οι άνθρωποι, η πόλη, οι συνήθειες, τα γεγονότα, ιστορικά και πολιτικά, ντύνουν το σκηνικό. Η ζωή της αστικής κοινωνίας των Αθηνών στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Στο επίκεντρο, δύο νεαρές Αρσακειάδες που βιώνουν τις διαχρονικές αγωνίες των εφήβων, όπως είναι η οικογένεια, η φιλία, ο έρωτας, η αναζήτηση εργασίας, η κοινωνική ένταξη, η μετάβαση –ομαλή ή όχι– στον ενήλικο βίο. Η κεντρική ηρωίδα με την ιδιότητα της δασκάλας προτάσσει ως βασικά εκπαιδευτικά εργαλεία τη λογοτεχνία, την ποίηση και το περιοδικό ποικίλης ύλης Διάπλασις των Παίδων. Η παιδεία που έλαβε στο Αρσάκειο και το μεράκι της Ελπίδας φωτίζουν σύγχρονες μεθόδους παιδαγωγικής προσέγγισης.

 

Το ιστορικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος αφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες κι όσους συνέβαλαν για να πάρει το όραμα αυτό σάρκα και οστά. Από τον Κουμπερντέν, τον Γ. Αβέρωφ, τον Δ. Βικέλα, τον Φωκιανό, τον Κωστή Παλαμά, τον Σπύρο Σαμάρα, πλήθος εθελοντών και άλλων σπουδαίων έως τον ολυμπιονίκη του μαραθωνίου Σπύρο Λούη που δόξασε την Ελλάδα σ’ όλη την οικουμένη.

 

Ας δούμε από κοντά την υπόθεση του βιβλίου (spoiler alert!).

 

Η Ελπίδα είναι μια νεαρή έφηβη που ζει στην Αθήνα λίγο πριν τη χαραυγή του 20ού αιώνα. Πρόκειται για την ατσάλινη Ελπίδα που αποφασίζει να μπει εσώκλειστη στο Αρσάκειο Διδασκαλείο για να φοιτήσει στην τελευταία τάξη του σχολείου, αφού βαριά σύννεφα έχουν σκιάσει την οικογενειακή της γαλήνη. Οι γονείς της, χωρίς να της δώσουν πολλές εξηγήσεις, βρίσκονται σε διάσταση. Ανομολόγητη θλίψη και βουβός θυμός φωλιάζουν στην καρδιά της. Αγωνιά για τη νέα συνθήκη στο Αρσάκειο, ανησυχεί για το άγνωστο που ορθώνεται μπροστά της. Το άγνωστο κρύβει εκπλήξεις, ενίοτε ευχάριστες. Μια τέτοια έκπληξη είναι η γνωριμία της Ελπίδας με την Αλεξανδριανή από την Αλεξάνδρεια. Κι ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη είναι ότι οι μητέρες τους γνωρίζονταν από παλιά. Η Αλεξανδριανή είναι η νεαρή διανοούμενη που η φιλία της νότισε με δροσιά τη ζωή της Ελπίδας. Στο μεταξύ αλληλογραφεί πάντα με τον αγαπημένο της φίλο Στέφανο, ο οποίος λείπει για σπουδές στο Παρίσι και με ενθουσιασμό τής μεταφέρει τον θαυμασμό του για τον οραματιστή Πιερ Ντε Κουπερντέν, λάτρη του πολιτισμού της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, ο οποίος πιστεύει στη αναβίωση των Ολυμπιακών Aγώνων και διαδίδει με πάθος την ιδέα του αυτή στην Ευρώπη.

 

Ο δεσμός των δύο κοριτσιών μέρα με τη μέρα δυναμώνει. Η ανταλλαγή γνώσεων, εμπειριών, νοοτροπιών και πειραγμάτων δένει σφιχτά τις δύο φίλες. Το «καληνύχτα, Αλεξανδριανή» - «καλημέρα, Ελπίδα» δεν ξαφνιάζει καμιά από τις συμμαθήτριες μέσα στον κοιτώνα. Σε μιαν Ελπίδα δεν λένε ποτέ καληνύχτα είχε εξηγήσει το πρώτο κιόλας βράδυ η Αιγυπτιώτισσα. Ώσπου μια μέρα στην ώρα του μαθήματος ένα σοβαρό ισχαιμικό επεισόδιο στερεί από την Ελπίδα τη φίλη της. Η υγεία της Αλεξανδριανής κλονίζεται. Η ατσαλένια Ελπίδα λυγίζει. Πόσο πολύ της έλειπε το κέφι και η ζωηράδα του κοριτσιού με τα γαλάζια μάτια! Η Αλεξανδριανή φεύγει στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη περίθαλψη. H Ελπίδα νιώθει ξαφνικά κάτι να σπάει μέσα της, προσπαθεί να βρει λίγο φως μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι. Η ζωή όμως ευτυχώς έχει τον τρόπο της να σε παρασύρει. Η φιλία τους βρήκε πάλι τρόπο ν’ ανθίζει. Από τον Μάιο του 1893 ξεκίνησε μια πυκνή αλληλογραφία μεταξύ των κοριτσιών. Στις επιστολές τους φανερώνονταν γεγονότα, αγωνίες και συναισθήματα που βίωναν οι δύο κοπέλες.

 

Μετά από σύσταση του Στέφανου, που απόφοιτος πια επέστρεψε στην Αθήνα, η Ελπίδα γίνεται η «οικοδιδασκάλισσα» της μικρής Μοσχούλας στο Μαρούσι. Δίνει όλη της την αγάπη, αφοσίωση και γνώση στη μικρή της μαθήτρια κι εκείνη αντίστοιχα ξεχωρίζει για την αντίληψη και την φιλομάθειά της. Η Αλεξανδριανή εγγράφεται στη Σορβόννη ενώ ο σπόρος των λόγων του Κουμπερντέν καρπίζει στην Ευρώπη. Τον Απρίλιο του 1894 διεξάγεται στη Σορβόννη το διεθνές αθλητικό συνέδριο. Εκεί πάρθηκαν οι ιστορικές αποφάσεις της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και της δημιουργίας διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Πρόεδρος ανακηρύσσεται ο ευπατρίδης και λόγιος Δημήτριος Βικέλας, ενώ Γενικός Γραμματέας, ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερντέν. Η Αλεξανδριανή αναλαμβάνει το ρόλο του ανταποκριτή, παίρνει συνεντεύξεις από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και αναμεταδίδει τα νέα στη φίλη της μέσω καταιγιστικών και ενθουσιωδών επιστολών.

 

Η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων αποτελούσε έναν άθλο που όφειλε να επιτευχθεί μέσα σε 14 μήνες, καθώς τα οικονομικά του κράτους ήταν σε οικτρή κατάσταση εξαιτίας της πρόσφατης πτώχευσης. Ο εθελοντισμός, η φιλοπατρία, η αλληλεγγύη, η εκεχειρία ήταν οι αξίες που ενέπνευσαν τους Έλληνες απανταχού για να δοξασθεί και πάλι η χώρα. Ο Στέφανος επιστράτευσε την Ελπίδα και τη μητέρα της από τις πρώτες, αλλά κι εκείνες δέχθηκαν τα εθελοντικά τους καθήκοντα με χαρά. Η Ελπίδα ήταν γραμματέας στην επιτροπή του Φωκιανού. Με φανερή συγκίνηση και δέος έγραψε στην Αλεξανδριανή για τη σύντομη γνωριμία της με τον Κωστή Παλαμά που εμπνεύστηκε τον ολυμπιακό ύμνο.

 

Μέσω της Μοσχούλας η Ελπίδα γνωρίζει τον Σπύρο Λούη, τον νεαρό Μαρουσιώτη νερουλά που εκείνα τα χρόνια δρόσιζε τους Αθηναίους. Αντίστοιχα η Αλεξανδριανή συνέχιζε τις ανταποκρίσεις της και τα ταξίδια στην Ευρώπη, αν και η υγεία της εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη. Έτσι ξαφνικά έσβησε μια μέρα στους κήπους του Λουξεμβούργου, χαρούμενη ωστόσο αφού οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα γίνονταν η αφορμή να ξανανταμώσει με τη φίλη της. Το άσχημο νέο έπεσε σαν κεραυνός στην Ελπίδα και τη συνέτριψε. Πώς μπορούσε να έχει χαθεί ένα τόσο νέο κορίτσι γεμάτο ζωή; Πώς θα προχωρούσε χωρίς την Αλεξανδριανή; Ο Στέφανος έσπευσε πάλι κοντά της. Γιατρικό για την απώλεια της φίλης στάθηκαν η Μοσχούλα και οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Αρνούμενη να αποδεχτεί τον πρόωρο χαμό της φίλης, συνέχιζε να της γράφει το καθετί που λάμβανε χώρα τότε στην πόλη χωρίς να παραλείπει να εκφράζει το παράπονο της, …δεν ήρθες, Αλεξανδριανή!

 

Απρίλης του 1896 και οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι πια γεγονός στην Αθήνα. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στο Μαραθώνιο και τον Σπύρο Λούη. Τα λόγια του Παπαδιαμαντόπουλου κεντρίζουν το φιλότιμο και την ψυχή του νεαρού Μαρουσιώτη. Από τότε που ελευθερωθήκαμε, Σπύρο, και γίναμε ελεύθερο κράτος, ποτέ δε συνέπεσε η εθνική θέληση να εκδηλωθεί τόσο ενιαία και ομόθυμη. Μια ευχή, ένας πόθος δονεί την καρδιά μας. Να νικήσει ένας Έλληνας στον μαραθώνιο! Ο Σπύρος Λούης τερματίζει πρώτος και αποθεώνεται. Η λέξη «Έλλην» από ψίθυρος γίνεται κραυγή. Το Παναθηναϊκό Στάδιο αλαλάζει. Κι εκείνη την ιερή στιγμή ο Στέφανος και η Ελπίδα αγκαλιάζονται. Της δίνει το πρώτο φιλί. Η Ελπίδα νιώθει ζεστασιά, νιώθει την αγάπη. Η ζωή τής χαμογελά ξανά.

Απόλαυσα την αφήγηση της Αγγελικής Βαρελλά, που με το πρόσχημα της επιστολογραφίας δίνει στο κείμενο ζωντάνια και αμεσότητα. Το χιούμορ, η εκφραστικότητα, η συγκίνηση, η αγωνία, τα συναισθήματα των ηρώων περνούν στον αναγνώστη αβίαστα, χωρίς φίλτρα. Ανεπαίσθητοι υπαινιγμοί σχετικά με την πολιτική κατάσταση στη χώρα διατρέχουν το κείμενο, εντούτοις αφορούν στην υποκειμενική πρόσληψη του κάθε αναγνώστη, πυροδοτούν την κριτική σκέψη και τη συναγωγή συμπερασμάτων. Σίγουρα πρόκειται για ένα βιβλίο που προσφέρει αφειδώς το «τέρπειν άμα και διδάσκειν».

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση "Ανάγωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό" από το ΕΚΠΑ.

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 09/07/2020 11:11:27