Κατηγορίες

Άρθρο

Mέταλ αμάρανθοι, πληγωμένοι άγγελοι και το αρχέγονο βλέμμα - Με αφορμή το μυθιστόρημα

Mέταλ αμάρανθοι, πληγωμένοι άγγελοι και το αρχέγονο βλέμμα - Με αφορμή το μυθιστόρημα "Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο" της Αγγελικής Δαρλάση

Γράφει ο Φίλιππος Μανδηλαράς 



Ναι, το γνωρίζω, ο τίτλος αυτού του άρθρου είναι πολύ ανορθόδοξος, αλλά –τι τα θες;–κάποιες φορές ο συνδυασμός συμπτώσεων μας αποκαλύπτει παραμελημένες όψεις των πραγμάτων. Στην περίπτωσή μας, με οδήγησε σε μια επανανάγνωση του Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο της Αγγελικής Δαρλάση, μυθιστόρημα που είχα εκτιμήσει πολύ όταν κυκλοφόρησε το 2009, κυρίως για το ατμοσφαιρικό και υπερβατικό σκηνικό στο οποίο κινούνταν οι ήρωές του.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, τη μέρα που έπεσε στην αντίληψή μου το βίντεο ενός κομματιού του φινλανδικού γκρουπ συμφωνικής μέταλ Nightwish. Το κομμάτι λέγεται «Amaranth». Να ξεκαθαρίσω ότι η μέταλ δε συγκαταλέγεται στις μουσικές μου προτιμήσεις, οπότε αφήνω ασχολίαστο το μουσικό μέρος και μένω στην εικόνα, η οποία με τα συνεπή γήινα χρώματά της και την απροσδόκητα τρυφερή (αλλά και ρεαλιστικά σκληρή στη εξέλιξή της) ιστορία που αφηγείται, κάτι μου θύμισε. Αναζήτησα αυτό το «κάτι» και οδηγήθηκα στην ελαιογραφία «Ο πληγωμένος άγγελος» του Hugo Simberg, Φινλανδού συμβολιστή ζωγράφου των αρχών του 20ού αιώνα που συνήθιζε να ζωγραφίζει μακάβρια και υπερφυσικά τοπία. Στον πίνακα αυτό παριστάνονται δυο αγόρια ντυμένα στα μαύρα που μεταφέρουν μέσα σ’ ένα σκοτεινό τοπίο που το χαρακτηρίζουν οι αποχρώσεις γήινων χρωμάτων έναν άγγελο που κάθεται σκυφτός πάνω σ’ ένα αυτοσχέδιο φορείο. Ο άγγελος φέρει επίδεσμο στο κεφάλι που του κλείνει τα μάτια και το λευκό του χρώμα, καθώς και τα ξανθά, μακριά μαλλιά του, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα χρώματα της σύνθεσης. Αυτό όμως που με ξάφνιασε στον πίνακα ήταν το βλέμμα ενός από τα δύο αγόρια, που κοιτά συνοφρυωμένο και βλοσυρό τον θεατή, σαν να του απευθύνει ένα κατηγορώ, σαν να του λέει: «Κοίτα τι έκανες!».

Η σύνδεση του πίνακα αυτού με το εξώφυλλο του Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο είναι προφανέστατη καθώς, όπως φαίνεται, ο Ανδρέας Μαράτος που το φιλοτέχνησε είχε την οδηγία να τον προσαρμόσει στους ήρωες του βιβλίου. Και περνώντας από το εξώφυλλο στο ίδιο το μυθιστόρημα, μπορούμε να διαβάσουμε στη σελίδα 67 την περιγραφή του και συνεπώς την περιγραφή του «πληγωμένου αγγέλου» του Simberg.

Πολύ ωραία όλα αυτά κι είναι υπέροχο να συνομιλούν με αυτόν τον τρόπο έργα που απέχουν έναν αιώνα μεταξύ τους, αλλά πώς αποδόθηκε το βλοσυρό βλέμμα του αγοριού στον πίνακα του Φινλανδού ζωγράφου στο έργο της Δαρλάση, αναρωτήθηκα. Κι εκεί, έψαξα να βρω το μυθιστόρημα στη βιβλιοθήκη μου για να το ξαναδιαβάσω. Καθώς βυθιζόμουν όλο και πιο πολύ στην υγρασία των χωραφιών και στα στερημένα από καλοήθη ενήλικη παρουσία σπιτικά, καθώς ένιωθα τον κόσμο των παιδιών να αποσπάται όλο και πιο πολύ από αυτόν των ενηλίκων, ο οποίος περιγράφεται, εκτός μεμονωμένων εξαιρέσεων, επικίνδυνα σκοτεινός και αδυσώπητος, ένιωσα ότι αυτό το αρχέγονο τοπίο όπου πρωτεύουν οι ορμές και τα συναισθήματα δείχνουν να είναι προνόμιο μόνο κάποιων παιδιών, όπου σύντομα το μαγικό στοιχείο θα αναμετρηθεί με την πραγματικότητα και (φαινομενικά) θα ηττηθεί (αν και η ήττα δεν είναι, στην περίπτωσή μας, παρά ένα προοίμιο μιας επερχόμενης νίκης, τουλάχιστον σε ατομικό επίπεδο), αυτό το επιβλητικό τοπίο λοιπόν, που στήνει τόσο καλά η Δαρλάση, είναι παρόμοιο (τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών) με αυτό που είχε στήσει η Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ το 1996 στο μυθιστόρημά της Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί!

Τι όμορφη συνομιλία καλλιτεχνών μέσα στον χρόνο, σκέφτηκα και συνέχισα την ανάγνωση του μυθιστορήματος της Δαρλάση, ψάχνοντας πάντοτε την ερμηνεία του βλέμματος του αγοριού, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά στην πατρίδα του Simberg και όχι μόνο.

Όταν πια ολοκλήρωσα το μυθιστόρημα, κι αφού ο άγγελος (αν ήταν άγγελος, αλλά για χάρη της Ραλλούς και των παιδιών βεβαιώνω πως ήταν) μεταφέρθηκε από τα καλαμποκοχώραφα όπου είχε βρεθεί στο κοτέτσι, αφού κλείστηκε στη συνέχεια στο κελί όπου του κρατούσε συντροφιά το βιολί του δύστυχου αστυνομικού ο οποίος έψαχνε να ισορροπήσει το καθήκον με το συναίσθημά του, αφού πουλήθηκε από τον πλεονέκτη γέρο Μπίλλυ στον απροσδόκητα ονειροπόλο ιδιοκτήτη του τσίρκου, αφού κλείστηκε στο κλουβί και εκτέθηκε στον θαυμασμό και στη συνέχεια στη χλεύη διψασμένων για θαύματα θεατών, αφού κινδύνεψε να χαθεί από τις σφαίρες ανικανοποίητου οργίλου στρατιώτη, από όλμους, οβίδες και βόμβες του Πολέμου, αφού, τέλος, εξαφανίστηκε με τον ίδιο υπερβατικό και μαγικό τρόπο που είχε εμφανιστεί, κι αφού ο Σέργιος κι η Ραλλού μεγάλωσαν συνεχίζοντας να μετρούν σταγόνες της βροχής που πέφτουν αχόρταγα επάνω τους, αφού μέτρησα κι εγώ έξι δισεκατομμύρια εφτακόσια πενήντα τρία εκατομμύρια είκοσι τρεις χιλιάδες τριακόσιες σαράντα εννέα σταγόνες, όσοι δηλαδή ήταν οι άνθρωποι της Γης όταν ολοκλήρωνε τη συγγραφή του μυθιστορήματος η συγγραφέας (τόσοι άνθρωποι, τόσα θαύματα), τότε, και μόνο τότε, κατάλαβα ότι το βλέμμα του αγοριού μεταφέρει στον ενήλικο θεατή τον αρχέγονο θυμό των παιδιών γι’ αυτό που τους κληροδοτούμε, τον θυμό για τα σπασμένα όνειρα, τα απαλλοτριωμένα χτες και τα κατακρεουργημένα σήμερα, για τους δολοφονημένους, πεινασμένους, εγκαταλειμμένους ερημότοπους που θα μπορούσαν να είναι παράδεισοι. Και μαζί με τον πανάρχαιο θυμό του, το αγόρι αυτό διαδηλώνει και το πείσμα του ν’ αγωνιστεί γι’ αυτόν τον άγγελο που γεννήθηκε μ’ αυτόν τον θυμό και μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο όπως άλλαξε τον κόσμο του Σέργιου και της Ραλλούς. Ναι, μπορεί!

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 09/07/2020 11:58:56