Κατηγορίες

Άρθρο

Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης

Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης

Γράφει η Βασούλα Κατέρη

 

Στο Χαμόγελο της Εκάτης, ένα κόσμημα-κειμήλιο που κουβαλά πάνω του πάθη, πόνους, θρύλους και δοξασίες γίνεται το μέσο για να γνωρίσουμε τέσσερα γυναικεία πρόσωπα που έζησαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στο νησί της Σάμου. Τη Θεανώ τον 6ο π.Χ. αιώνα, τη Θεονίκη στη βυζαντινή εποχή το 1042 μ.Χ., την Αρετή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το 1808 και την Τέτη το 1995. Και οι τέσσερις ηρωίδες είναι νεαρές και γνωρίζουν για πρώτη φορά την ορμητικότητα του έρωτα. Νιώθουν στο κορμί τους το σφρίγος και τη δροσιά της νιότης.

Η συγγραφέας σκιαγραφεί επιτυχώς την κάθε περίοδο. Οι περιγραφές της είναι γεμάτες εικόνες από το νησί. Πλήθος πληροφοριών για τα ήθη, την πολιτική, την εξουσία, τις κοινωνικές συνθήκες, τη θέση της γυναίκας, αλλά και πραγματικά ιστορικά γεγονότα μεταφέρονται στον αναγνώστη με τρόπο άμεσο, εύληπτο κι ελκυστικό. Η γλώσσα είναι λιτή και γλαφυρή, χρησιμοποιώντας σχήματα λόγου που ενισχύουν το συναίσθημα και τον παλμό στον αναγνώστη. Το ύφος εναλλάσσεται σύμφωνα με την περίοδο που περιγράφεται, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έμφαση και χρώμα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που σηματοδοτούν την κάθε εποχή. Ήδη η διεισδυτική ματιά της Λίτσας Ψαραύτη, όταν αναφέρεται πια στα δικά μας χρόνια, διαβλέπει τη διάβρωση των αξιών μέσω του καταναλωτισμού και της επίπλαστης ευμάρειας και την καυτηριάζει. Επίσης θίγεται αδρομερώς η απουσία ουσιαστικής κοινωνικής επαφής και επικοινωνίας μεταξύ των νέων εξαιτίας της ανεξέλεγκτης χρήσης του διαδικτύου και της δημιουργίας απρόσωπων φίλων.

Αλλά ας δούμε από πιο κοντά το βραβευμένο με Κρατικό Βραβείο μυθιστόρημα της Λίτσας Ψαραύτη.

Το χαμόγελο της Εκάτης είναι ένα σπάνιο περιδέραιο απαράμιλλου κάλλους και αμύθητης αξίας που φιλοτεχνήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο έρωτας που έτρεφε για την έφηβη Θεανώ, την κόρη του τυράννου της αρχαίας Σάμου, Πολυκράτη, ενέπνευσε τον νεαρό δημιουργό του αιώνες πριν. Το βαρύτιμο στολίδι προκάλεσε τη μήνιν της Ήρας, η οποία τιμώρησε αυστηρά τη Θεανώ για την αλαζονεία της και την άρνηση να της το χαρίσει. Το πολύτιμο αυτό κόσμημα ταξιδεύει στον χρόνο και περνάει στην κατοχή τριών ακόμη γυναικών που έζησαν στη Σάμο και βίωσαν αντίστοιχα έναν θυελλώδη έρωτα.

Γύρω στα 1042 μ.Χ., το ολόχρυσο στολίδι ανακαλύπτει μια νεαρή καλόγρια, η Θεονίκη. Το δεκαπεντάχρονο κορίτσι τριγύριζε συχνά στα χαλάσματα του ναού της Ήρας κι ας έλεγαν ότι εκεί μέσα κρυβόταν ο τρισκατάρατος. Στη ρίζα του Σαραντάπηχου, μέσα σ’ έναν βράχο, βρήκε το περίτεχνο περιδέραιο και μαγεύτηκε από την ομορφιά του. Επέστρεψε στο μοναστήρι και κλείστηκε στο κελί της να θαυμάζει κρυφά απ’ όλους το ανεκτίμητο εύρημά της. Όσο κι αν σκεφτόταν ότι έπρεπε ν’ απαλλαγεί από αυτό, το φέγγος του τη μαγνήτιζε. Άρχισα να το φοράω στο λαιμό μου. Έμοιαζα με τη Σαλώμη του Ευαγγελίου, ακόμα και την προκλητική στάση της μπροστά στον Ηρώδη προσπαθούσα ν’ αντιγράψω. […] Γευόμουνα καθημερινά τον απαγορευμένο καρπό της φιλαρέσκειας, ενώ κύματα φόβου και ηδονής μαστίγωναν το κορμί μου. Τον ίδιο καιρό βρέθηκε στο νησί εξόριστος από το παλάτι της Βασιλεύουσας ο Κωνσταντίνος. Κανείς δεν ήθελε να του προσφέρει στέγη και τροφή, καθώς τον ακολουθούσε η φήμη του γυναικά, μέθυσου και πανούργου. Η ηγουμένη όμως του πρόσφερε κατάλυμα κοντά στο μοναστήρι, ένα ερειπωμένο καλύβι που κάποτε φιλοξενούσε τους λεπρούς. Η ζωή στη Σάμο ξαναγέννησε τον Κωνσταντίνο. Πρόσφερε ανιδιοτελώς τις εργασίες του και αγιογραφούσε. Πηγή της έμπνευσής του και της ουσιαστικής μεταστροφής του στάθηκε η Θεονίκη. Ένας ανομολόγητος, θείος και άδολος έρωτας γεννήθηκε. Κι η νεαρή καλόγρια τον λάτρεψε χωρίς ποτέ να πει μια λέξη, τα μάτια της μόνο ήταν εκείνα που την πρόδιδαν. Ιστόρησα την Παναγία με το πρόσωπο της Θεονίκης κι ένα ειδωλολατρικό περιδέραιο στο λαιμό. […] έσκυψα να φιλήσω τα χέρια του Κωνσταντίνου. Κι εκείνος, με τα δάκρυα να κρέμονται στα μάτια του, απόθεσε ευλαβικά ένα φιλί στο μέτωπό μου, όπως ασπάζονται τα εικονίσματα. Κι ήταν το πρώτο και το τελευταίο φιλί που έδωσα και πήρα. Μετά από λίγο καιρό το μοναστήρι λεηλατήθηκε από Αγαρηνούς πειρατές κι ο Κωνσταντίνος σκοτώθηκε πάνω στη μάχη για να το υπερασπιστεί. Η Θεονίκη γεύτηκε το κατάπικρο κουκούτσι της απώλειας του αγαπημένου. Το περιδέραιο χάθηκε στον πάτο της θάλασσας παίρνοντας μαζί του το καράβι των Αγαρηνών, η εικόνα της Στολισμένης Παναγίας όμως αναδύθηκε άθικτη στα παράλια του νησιού και ξαναβρήκε τη θέση της στο μοναστήρι.

Μεσολάβησαν αιώνες ώσπου ο Γιακουμής ξέθαψε από τον βυθό της θάλασσας το μαλαματένιο γιορντάνι. Η φεγγοβολιά του τον θάμπωσε και σκέφτηκε ότι αυτό θα ήταν μοναδικό στολίδι για την αγαπημένη του Αρετή. Η Αρετή ήταν η μοναχοκόρη του προεστού του νησιού κι ούτε λόγος δε γινόταν πως θα έκανε ποτέ γαμπρό του τον γιο του καπετάν Χριστόδουλου. Ακόμη κι όταν ο Γιακουμής τόλμησε να πατήσει ο ίδιος το πόδι του στο αρχοντικό του Χατζημανολάκη για να ζητήσει την κοπέλα κραδαίνοντας ως γαμήλιο δώρο το χρυσαφένιο κόσμημα, ο προεστός παρέμεινε ανένδοτος. Η Αρετή όμως έλιωνε για την αγάπη του νεαρού, γι’ αυτό του μήνυσε να την κλέψει. Έτσι ο Γιακουμής πήρε την αγαπημένη του και παντρεύτηκαν μακριά από τους γονείς της. Το χαρμόσυνο νέο της εγκυμοσύνης ένωσε και πάλι τις οικογένειες. Το ζευγάρι απέκτησε πέντε παιδιά. Ο Γιακουμής σφαγιάστηκε το 1822 στον χαλασμό της Χίου. Η Αρετή στα είκοσι εννιά της χρόνια έμεινε χήρα να μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της. Το μαλαματένιο γιορντάνι το κληροδότησε στην εγγονή της Αρετή για να το φοράει και να θυμάται τη νενέ της και να το δώσει με τη σειρά της στην πρωτεγγόνα της για να το φοράει κι εκείνη.

Μόνο που η πρωτοεγγόνα τούτης της Αρετής, η Τέτη των ημερών μας, άρπαξε το «χαμόγελο της Εκάτης» για την αγάπη του Τέλη χωρίς διόλου να σκεφτεί τις συνέπειες. Μήπως σ’ αυτή δε θα περνούσε το ιερό κειμήλιο όπως μέχρι σήμερα γινόταν; Η αξία του ήταν ανυπολόγιστη και, παρ’ όλες τις δυσκολίες που πέρασε η οικογένεια με τους πολέμους και τη φτώχεια, δε διανοήθηκε ποτέ να το εκποιήσει. Ήδη οι γονείς της Τέτης ήταν μετανάστες στη Γερμανία κι εκείνη και την αδελφή της τις μεγάλωνε με κόπο κι έγνοιες η γιαγιά Αρετή, καθώς τα νέα ήθη την ξάφνιαζαν και την έθλιβαν. Η Τέτη ερωτεύτηκε παράφορα τον Τέλη. Ο νεαρός ήταν όμορφος κι επιβλητικός, αλλά ήταν επίσης νάρκισσος και καιροσκόπος. Το κορίτσι άκουγε μόνο την καρδιά του. Όταν αποφάσισε να φύγει με τον Τέλη κρυφά για την Αθήνα για ν’ ακολουθήσει το δικό του όνειρο, να διαγωνιστεί ως Μις Ελλάς, κλέβοντας το περιδέραιο, δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι ένα ατύχημα θα την προλάβαινε και θα την καθήλωνε στον θάλαμο του νοσοκομείου βαριά τραυματισμένη, να προσπαθεί με δυσκολία να βάλει σε τάξη τις σκέψεις και τις πράξεις της.

Ένα απολαυστικό ιστορικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί, ενώ ταυτόχρονα σε ταξιδεύει στον χρόνο.

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση "Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό" από το ΕΚΠΑ.

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 03/06/2020 20:12:32