Κατηγορίες

Άρθρο

Ο Άρτσερ με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια

Ο Άρτσερ με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια

Γράφει ο Φίλιππος Μανδηλαράς

Αν καταφέρναμε να μπούμε στο μυαλό ενός παιδιού, αυτόν τον ανυπόκριτο μηχανισμό δίχως «μην», «πρέπει» και «δε γίνεται» ή «δεν μπορείς», είμαι σίγουρος πως η λαϊκή παροιμία του τίτλου (που θέλει έναν Μανόλη στη θέση του Άρτσερ) καταρρίπτεται ως άκρως ενήλικη, ποδοπατιέται και χλευάζεται με τρόπο καθόλου κόσμιο γιατί δηλώνει ακριβώς την αδυναμία του ενήλικου νου να ξεπεράσει τα όρια του πραγματικού και να πραγματοποιήσει το αδύνατο, κάτι που ο παιδικός νους θέλει, μπορεί και έχει ανάγκη να κάνει.

Έτσι κι ο Άρτσερ του τίτλου (ο οποίος φέρει το βαρύ κι ασήκωτο επίθετο Χέλμζλυ, το οποίο παρατίθεται μετά το Μπ., που υποδηλώνει το όνομα του πατέρα του – Άρτσερ Μπ. Χέλμζλυ στο σύνολό του), θέλει, μπορεί και έχει απόλυτη ανάγκη να γευτεί το αδύνατο γιατί –το νιώθει, το βλέπει, το ξέρει– έχει περιπέσει σε μαρασμό έτσι κλεισμένος που βρίσκεται στην οικία Χέλμζλυ, ένα αλλόκοτο μέρος, γεμάτο ταριχευμένα ζώα που έχουν φέρει από τις εξερευνήσεις τους ο παππούς και η γιαγιά του, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, περιπλανιούνται εδώ και αρκετό καιρό στην ανοιχτή θάλασσα της Ανταρκτικής πάνω σ’ ένα παγόβουνο.

Περιπλανιούνται πάνω σ’ ένα παγόβουνο, είπα;

Είναι δυνατό να περιπλανιέται κάποιος πάνω σ’ ένα παγόβουνο στην παγωμένη θάλασσα της Ανταρκτικής;

Όχι.

Οι πρόγονοι του Άρτσερ είναι εξαφανισμένοι και, κατά τους περισσότερους, χαμένοι για πάντα στον απέραντο ωκεανό. Από τη στιγμή όμως που δεν έχουν βρεθεί, για τον Άρτσερ όλα είναι πιθανά, κόντρα μάλιστα στον νόμο των πιθανοτήτων. Σ’ αυτό συνηγορούν και τα λόγια των ταριχευμένων ζώων της οικίας Χέλμζλυ με τα οποία συνδιαλέγεται τακτικά ο Άρτσερ. Κι αν αναρωτιέστε πώς γίνεται να μιλάνε τα ταριχευμένα ζώα, να η απάντηση από τη σελίδα 202 του μυθιστορήματος:

«Γιατί μου μιλάς;» ρώτησε ο Άρτσερ την πολική αρκούδα.

«Δε σου μιλάω εγώ» είπε εκείνη. «Εσύ χρησιμοποιείς εμένα για να μιλάς στον εαυτό σου. Ή ίσως με χρησιμοποιείς για να λογομαχείς με τον εαυτό σου. Σε κάθε περίπτωση, εγώ δεν λέω τίποτα. Εσύ τα λες όλα».

Ο Άρτσερ ισορροπεί στο χείλος της ονειροπόλησης και δεν πέφτει στο όνειρο χάρη σ’ έναν ισχυρό εσωτερικό μηχανισμό που τον έλκει προς την αληθινή, μαραμένη καθημερινότητα που βιώνει έγκλειστος στο σπίτι του εξαιτίας του φόβου της μητέρας του μήπως ακολουθήσει το παράδειγμα των εξαφανισμένων προγόνων του, το οποίο, τελικά, θα του δώσει την ώθηση να εξερευνήσει τα «επέκεινα». Γιατί, όπως ενημερώνει τον αναγνώστη ο ευρηματικός νεόκοπος συγγραφέας κύριος Γκάννον (σελ. 75-76):

Όλοι μας ονειρευόμαστε όταν κοιμόμαστε· είναι γεγονός νομοτελειακό. Όσο κι αν προσπαθήσετε, δε γίνεται να το αποφύγετε. Ωστόσο, όταν ξυπνάμε, διακρίνουμε δύο τύπους ανθρώπων: από τη μία τους ρεαλιστές και από την άλλη τους ονειροπόλους.

Όταν οι ρεαλιστές ξυπνούν, τα όνειρά τους σταματούν, πάει τελείωσε. […] Στην πραγματικότητα, οι ρεαλιστές κάνουν το ίδιο και το ίδιο ξανά και ξανά και ξανά… Αυτό ονομάζεται ρουτίνα και οι ρεαλιστές είναι πάρα πολύ καλοί στη ρουτίνα.

Οι ονειροπόλοι είναι διαφορετικοί τύποι.

Όταν οι ονειροπόλοι ξυπνούν, έχουν μόλις αρχίσει να ονειρεύονται. Πλένουν το πρόσωπό τους και βουρτσίζουν τα δόντια τους κι ανοίγουν τις εξώπορτες ελπίζοντας πως τους περιμένει κάτι παράξενο και ασυνήθιστο. Στους ονειροπόλους αρέσει να κάνουν ερωτήσεις που δεν έχουν γίνει ποτέ στο παρελθόν και να κάνουν πράγματα που δεν έχουν γίνει ποτέ στο παρελθόν. Με τρόπους που κανένας δεν έχει σκεφτεί ποτέ στο παρελθόν.

Ο Άρτσερ είναι ονειροπόλος. Το ξέρουν ως και τα περιστέρια του Ρόουζγουντ, της πόλης όπου μεγαλώνει, κι η μητέρα του έχει ως αποστολή να τον φέρει στη μεριά των ρεαλιστών. Να τον ενηλικιώσει. Γι’ αυτό και του γνωρίζει την άκρως ρεαλίστρια κυρία Μέρκλυ, μια γυναίκα τρομακτική που έχει σκοπό να τον σύρει με την εξουσία της δασκάλας που διαθέτει στη ρεαλιστική όψη των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα. Ούτε ανώγια ούτε κατώγια. Ούτε ομιλούντα ταριχευμένα ζώα ούτε περιπλανώμενοι πρόγονοι. Μαθητική ρουτίνα, υποταγή στους ενήλικες, σιωπή και λήθη: αυτή είναι η πραγματικότητα κι έτσι καλείται να πορευτεί ο Άρτσερ.

Όμως ο Άρτσερ αντιστέκεται και, εκτός από τον πραγματιστή γείτονά του Όλιβερ Γκλουμπ με τον οποίο σχηματίζουν ένα φανταστικό ζευγάρι αντιθέτων, έλκεται από τη μυστηριώδη Αδελαΐδα Λ. Μπελμόν, το αινιγματικό κορίτσι-κροκόδειλο, όπως το αποκαλεί, το ατρόμητο κορίτσι που έχει ζήσει τη ζωή σαν μια ατελείωτη περιπέτεια, και απόδειξη γι’ αυτό είναι το ξύλινο πόδι του, αποτέλεσμα μιας ατυχούς συνάντησής της με έναν κροκόδειλο που δεν έγινε ποτέ.

Πολλές φορές η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή απ’ ό,τι θα θέλαμε να είναι αλλά εμείς δε θέλουμε να το παραδεχτούμε γιατί έχουμε ανάγκη να την εξυψώσουμε σε ονειρικά ύψη και να της προσδώσουμε ηρωικές διαστάσεις. Έτσι κάνει κι ο Άρτσερ με το ξύλινο πόδι της Αδελαΐδας: στήνει έναν μύθο γύρω από το ξύλινο πόδι της (αποτέλεσμα μιας ατυχούς συνάντησής της με έναν φανοστάτη στο Παρίσι όπου ζούσε), συνάγει συμπεράσματα και καταλήγει πως το κορίτσι είναι ο ιδανικός σύντροφος στο ταξίδι που τόσο θέλει να κάνει με σκοπό να βρει τους περιπλανώμενους προγόνους του. Ναι, θα πάει στην Ανταρκτική και, εφόσον το θέλει, θα τα καταφέρει!

Άρτσερ, Όλιβερ και Αδελαΐδα προετοιμάζονται, στήνουν ένα σχέδιο απόδρασης από το Ρόουζγουντ, ορίζουν μάλιστα και τη διαδρομή τους μέχρι την μακρινή Ανταρκτική, κι είναι πλέον έτοιμοι. Την ίδια στιγμή ο αναγνώστης απορεί με το εγχείρημα, αμφιβάλλει, χλευάζει ενίοτε, αναρωτιέται πώς είναι δυνατό να πετύχουν με τόσο ευτελή μέσα το αδύνατο και τέλος, παρασυρόμενος από τον ανέφελο ενθουσιασμό των ηρώων, καταλήγει στην πεποίθηση πως «ναι, είναι δυνατό το αδύνατο!».

Ναι, είναι δυνατό να γευτείς το αδύνατο! Τουλάχιστον ένα κομμάτι του, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στο τέλος. Ναι, είναι δυνατό να παρεισφρήσει η ονειροπόληση στην πραγματικότητα, είναι εφικτά τα ανώγια και τα κατώγια κι ας χτίζονται με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που λογαριάζουμε. Η περιπέτεια που ζουν οι τρεις φίλοι το αποδεικνύει. Ο ενήλικος κόσμος δεν έχει γούστο δίχως το όνειρο.

 

ΥΓ. Για όσους αναρωτιούνται τι σημαίνει η αγγλική λέξη The Doldrums στον τίτλο του βιβλίου και τον λόγο της ύπαρξής της στο εξώφυλλο, οφείλω να επισημάνω πως doldrums σημαίνει «ακεφιά, μελαγχολία, μαρασμός». Χρησιμοποιείται ακόμη ως γεωγραφικός όρος που δηλώνει τη ζώνη των τροπικών νηνεμιών, αλλά και ως οικονομικός όρος που δηλώνει την οικονομική ύφεση. Η παρουσία της λέξης στο εξώφυλλο, όπως πληροφορήθηκα από τον εκδότη, έχει επιβληθεί από τον ξένο εκδότη, γεγονός που το χαρακτηρίζω τουλάχιστον ατυχές και αποπροσανατολιστικό για τον Έλληνα αναγνώστη.

 

Νίκολας Γκάννον: The Doldrums, Το παγόβουνο και ο φανοστάτης 
Εικονογράφηση του συγγραφέα
Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 26/05/2020 09:30:56