Κατηγορίες

Άρθρο

Για τους Ματαιωμένους αρραβώνες

Για τους Ματαιωμένους αρραβώνες

Γράφει η Βησσαρία Ζορμπά - Ραμμοπούλου 

Ήταν ζήτημα χρόνου να συναντηθούμε με τη 18χρονη Κωνσταντινουπολίτισσα Ιζαμπώ. Χρόνια τριγυρνούσα στις γειτονιές του κόσμου της και στα πάθη των ανώνυμων ομοίων της: παιδιών, εφήβων, νέων που προσπαθούσαν να στήσουν τις ζωές τους στα ξεφτίδια ονείρων που απέμειναν από μεγάλες καταιγίδες του καιρού τους… Στο μυθιστόρημά μου Με την πορφύρα και τον χρωστήρα είχα ακολουθήσει τον σχεδόν συνομήλικό της Σισίνη από την Ιουδαία στην Πόλη και μαζί με αυτόν τη ζωή των παραγιών και των υπηρετριών στους παραδρόμους της Εικονομαχίας. Στο Καλοκαίρι των Αβάρων είχα συνταξιδέψει με πέντε «ασυνόδευτα ανήλικα» μέσα στα τείχη της Βασιλεύουσας που πολιορκούνταν από Πέρσες και Αβάρους. Στο βιβλίο μου Το ρόδο και η άκανθα είχα ακολουθήσει την πορεία αυτών των παραγιών από την Πόλη στην αυλή των Χαγάνων της Βουλγαρίας.

 

Άκουγα πλέον το παράπονό της: Γιατί όχι και τα δικά μου πάθη;

 

Και όσες φορές το ξεχνούσα, αναγνώριζα αχνά το πρόσωπό της ανάμεσα στις μορφές σύγχρονων ναυαγών νέων πολέμων και συμφορών. Διάβαζα το απορημένο της «γιατί» στο βλέμμα αυτών που αρπάχτηκαν τελευταία στιγμή από τη σχεδία του Gericault, λίγο προτού κάποιο παιδάκι αρχίσει να σιγοτραγουδάει στη γλώσσα του: «και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί».

Έτσι το πήρα απόφαση και με μοναδικό εφόδιο την πένα μου ακολούθησα τη 18χρονη Ιζαμπώ, μετά την Άλωση της Πόλης το 1453, που καταλήγει σε χώρο συγκέντρωσης Γραικών προσφύγων στη Βενετία.

Την είδα να μεταμφιέζεται σε νεαρό άντρα και να αναζητά τυχόν επιζώντες συγγενείς της. Άκουγα τον βουβό λυγμό της όταν αναπολούσε τις ευτυχισμένες στιγμές στην Πόλη και ξαναζούσε τις τραγικές λεπτομέρειες της πολιορκίας και της Άλωσης.

Ένιωσα την αγωνία της για την τύχη του αγαπημένου της Τραϊανού, που λίγο καιρό πριν από την Άλωση είχε ταξιδέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γένουα. Μοιράστηκα μαζί της την πικρία της Άλωσης, το πένθος της απώλειας αγαπημένων προσώπων, τη μοναξιά της προσφυγιάς, την αμφιβολία της ερωτευμένης της καρδιάς για τα αισθήματα του Τραϊανού μετά από τη βιαστική αναχώρησή του από την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη.

Την άκουσα να παραμιλάει στον ταραγμένο της ύπνο: Λένε πως αγαπάς πιο πολύ αυτό που έχεις, όταν το χάνεις. Είναι και δεν είναι αλήθεια τούτο. Αλήθεια είναι πως η αγάπη για ό,τι έχασες γίνεται βαθύτερη, επειδή τη βαθαίνει η μαχαιριά του πόνου. Αγαπάς και πονάς την ίδια στιγμή. Και αυτό είναι κάτι πολύ βαθύ. Δεν είναι αλήθεια όμως πως δεν αγαπούσα την Πόλη όσο ζούσα στην αγκαλιά της, μέσα στα τείχη της που τα πίστευα απόρθητα. Την αγαπούσα και τη χαιρόμουνα κάθε μου μέρα. Από το σπίτι μας ψηλά φαινότανε ο λιμένας μας, το Κοντοσκάλι. Δάσος τα κατάρτια στα αστραφτερά του τα νερά. Στον κήπο μας την άνοιξη τα ρόδα ευώδιαζαν τον αέρα, ως και το νερό απ’ το πηγάδι μας μου φαινόταν πως μοσχομύριζε απ’ τη μυρωδιά τους. Τι χρώματα, τι ευωδιές και πόση ανοιχτωσιά! Στους δρόμους, στις εμβόλους, στους ανθρώπους!

Τον ίδιο καιρό φοβήθηκα κρυφά από εκείνη, γιατί ο Τραϊανός αναζητώντας την καθημερινά στην πλατεία του Αγίου Μάρκου γίνεται στόχος μιας σπείρας που εκμεταλλεύεται τις ανάγκες και τις αγωνίες των προσφύγων.

Τους παρακολούθησα με έγνοια, καθώς η Ιζαμπώ αντιστέκεται στην εξαθλίωση προσπαθώντας να κατακτήσει το δικαίωμα στην αξιοπρεπή ύπαρξη και ο Τραϊανός διεκδικεί το δικαίωμά τους στην ευτυχία…

Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα για την αγάπη δυο νέων μέσα στη λαίλαπα της Ιστορίας, που μας καλεί να αναλογιστούμε το νόημα της φράσης «... περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις...» για τις ζωές των απλών, ανώνυμων ανθρώπων, όταν γυρίζει ο τροχός και αλλάζει ο αέρας του καιρού τους…

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 02/04/2020 06:26:19