Κατηγορίες

Άρθρο

Η Μαρία Τοπάλη γράφει για την ποίηση της Κ. Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020)

Η Μαρία Τοπάλη γράφει για την ποίηση της Κ. Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020)

Η λόγια, σεξουαλική, ελληνόφωνη ποίηση του θηλυκού στοιχείου*

Διαβάζοντας τα σχεδόν τετρακόσια ποιήματα των δεκαπέντε συλλογών της, που βρίσκονται ήδη συγκεντρωμένα στον υπό συζήτηση τόμο, ο νεότερος αναγνώστης θα εκπλαγεί ευχάριστα από την επαφή με το –λιγότερο γνωστό σήμερα– πρώιμο έργο της Αγγελάκη-Ρουκ. Σε ηλικία μόλις 17 ετών δημοσίευσε το ποίημα «Μοναξιά» στο τεύχος ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1956 του περιοδικού Καινούρια Εποχή, που παρέμεινε έκτοτε εκτός των ποιητικών της συλλογών. Η Αγγελάκη-Ρουκ επιλέγει τώρα να το προτάξει των ήδη δημοσιευμένων συλλογών της με τον εύλογο τίτλο «ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΠΡΟΛΟΓΟ». Αναγνωρίζει έτσι τόσο στο ποίημα όσο και στον δεκαεφτάχρονο εαυτό της το δικαίωμα να συμπεριληφθούν όχι στα «Ποιήματα» αλλά στην «Ποίηση», όπως επιγράφει τη συγκεντρωτική έκδοση. Δεν είναι, νομίζω, καθόλου ασήμαντη η επιλογή του όρου ΠΟΙΗΣΗ αντί του πιο συνηθισμένου ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Τα «Ποιήματα» είναι όρος οιονεί εμπράγματος και, οπωσδήποτε, εντείνει τη διάσταση του αντικειμενικού. Τα «Ποιήματα» είναι κείμενα που έχουν παραχθεί και εκβληθεί από το σώμα και το πνεύμα – κείνται, επομένως, σε κάποιον χώρο κοινό, ουδέτερο, εκτός της υποκειμενικότητας, ακόμη κι αν τα αγκαλιάζει η αύρα της. Δεν είναι το ίδιο με την ποίηση: η ποίηση είναι η ίδια χώρος και διαδικασία, σύνθετη και συνθετική λειτουργία ταυτόχρονα. Η Αγγελάκη-Ρουκ δε μας δίνει, λοιπόν, εδώ και εξήντα περίπου χρόνια, «ποιήματα». Μας δίνει κατά πρώτο λόγο «ποίηση». Θα έλεγα: εκτίθεται ως ποίηση η ίδια. Το περιεχόμενο της συγκεντρωτικής έκδοσης το επιβεβαιώνει- πανηγυρικά.

Ήδη από το πρώτο ποίημα, που απηχεί ίσως και τις αγωνίες της εποχής του αλλά και εκείνες της ανήσυχης νεότητας, διακρίνεται το αυτόνομο και θρασύ πνεύμα. Αλλά ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος της πρώτης συλλογής («ΛΥΚΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ», 1963) γράφει, ήδη, και την απαραγνώριστη εφεξής ταυτότητα της Αγγελάκη-Ρουκ: «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού». Θα το παρέφραζε κανείς νόμιμα, νομίζω, αν με βάση και τον τίτλο της έκδοσης έγραφε: Το σώμα μου έγινε η αρχή της ποίησής (μου). Έκτοτε η Ρουκ κομίζει αδιάλειπτα στην ελληνική ποίηση και την πνευματική της θρασύτητα και τη σωματικότητα, ανοίγοντας μάλιστα τον δρόμο για τους ποιητές και τις ποιήτριες που ακολούθησαν. Ο έρωτας, ο έρωτας του θηλυκού προς το αρσενικό, μοιάζει να είναι το κέντρο αυτής της ποίησης, νομίζω όμως ότι αν το ισχυριζόταν κανείς αυτό έτσι, σκέτα, θα αστοχούσε. Δεν είναι ο έρωτας γενικώς, είναι ο έρωτας με επίκεντρο τη σωματική του διάσταση. Είναι, δηλαδή, μια ποίηση έντονα σεξουαλική, από την πλευρά του θηλυκού και στη γλώσσα της γυναίκας. Και είναι η ποίηση μιας γυναικείας σεξουαλικότητας, που μπαίνει στο προσκήνιο απερίφραστα αλλά με την ιδιοσυγκρασιακή λεπτότητα –τη λεπτότητα του λεξιλογίου και του ρυθμού– μιας λόγιας ποιήτριας, μιας ποιήτριας διαβασμένης.

Είναι τέτοια η λεπτότητα της αίσθησης της γλώσσας και το βάθος του βιωμένου πολιτισμού που προϋποτίθεται της σεξουαλικής εκφραστικότητας της Αγγελάκη-Ρουκ, που ευθέως ανάγεται κανείς στις μεγάλες Ρωσίδες ποιήτριες του εικοστού αιώνα. Εκείνες ήξεραν, επίσης, να προβληματοποιήσουν τον εαυτό τους ως πάθος με απέραντη φυσικότητα. Εκείνες υπήρξαν, επίσης, στοιχειακά θηλυκές. Γι’ αυτό, ίσως, αυθόρμητα σκέφτεται κανείς διαβάζοντας συλλογές όπως ο «ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ» (1982) (η κορυφαία, ίσως, ανάμεσα στις συγκεντρωμένες στην έκδοση αυτή) και ποιήματα όπως τα «ΕΠΟΧΗ ΠΤΩΣΗΣ», «Η ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ», «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ» ότι μερικές γυναίκες «γράφουν» στην ποίηση όπως «έγραφαν» στο πανί κάποιες σταρ του παλιού σινεμά αλλά και όπως «γράφουν» στην παγκόσμια μνήμη πλάσματα σαν την Αχμάτοβα και την Τσβετάγεβα.

Ας γυρίσουμε όμως στον πρώτο εκείνο στίχο που θέτει το σώμα στην αρχή: πρόκειται για σώμα τραυματισμένο, τυραννισμένο, ευάλωτο, εκ προοιμίου τρωθέν. Ίσως όμως χάρη σε αυτές του τις ιδιότητες καθίσταται όχι μόνον όχημα και έδαφος, αλλά και μάσκα. Ακριβέστερα, η τρώση και η ατέλεια επιτρέπουν, ίσως, να εκβληθεί η σεξουαλικότητα μέσα από τον λόγο, τον Λόγο (θα εξηγηθεί αμέσως παρακάτω το κεφαλαίο «Λ» με αναφορά στην ίδια την ποιήτρια) χωρίς τις αναστολές που θα έθετε διαφορετικά η εποχή και τα κοινωνικοπολιτισμικά συμφραζόμενα.

Εκτός όμως από ποίηση του σώματος και της σεξουαλικότητας, η ποίηση της Αγγελάκη-Ρουκ είναι και πολλά άλλα πράγματα. Είναι, για παράδειγμα, μια ποίηση που δεν θρησκεύεται και δεν υπερβατολογεί. Εκείνο το «Μόνοι μας», με το οποίο κλείνει το νεανικό ποίημα που προτάσσεται τώρα ως πρόλογος, απηχεί, εικάζουμε, την υπερήφανη αλλά και βαθιά απελπισμένη φιλοσοφία / στάση του Νίκου Καζαντζάκη, νονού της ποιήτριας, που σύστησε άλλωστε με δημοσιευμένη επιστολή του το ποίημα στο περιοδικό στο οποίο δημοσιεύτηκε. Πορεύεται, λοιπόν, με αυτό το υπερήφανο και γενναίο «μόνοι μας» η ποιήτρια; Ναι, συντροφευμένη βέβαια από άλλα «μόνοι μας»: γονείς, σύζυγο, εραστές, φίλες και φίλους, αναμνήσεις – η ποίησή της κατοικείται πυκνά από αυτές τις υπάρξεις όπως και από τα ζώα και τα φυτά. Εξαρχής, όμως, συνδιαλέγεται, όπως είπαμε, με τη φθορά του σώματος και με τον θάνατο. Έχει υπ’ όψιν της τον θάνατο από πολύ νωρίς, χωρίς ίχνος ρομαντισμού, χωρίς ίχνος ελεγειακής διάθεσης. Ο θάνατος είναι μια σαφής, ξεκάθαρη συνθήκη που οι γενναίοι ποιητές και συγγραφείς ιπποτικά, με έναν τρόπο αρχαϊκό μάλλον, παρά ρομαντικό, αναγνωρίζουν και αποδέχονται δίχως αναισθητικά. Είναι, εξάλλου, ισχυρό για αυτούς αφροδισιακό. Τι γίνεται όμως όταν, στην πορεία του βίου, το σώμα φθείρεται ανεπανόρθωτα, οι σύντροφοι αραιώνουν, οι μνήμες πολιορκούν, η προοπτική συντομεύει; Στο εμβληματικό «Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ» η Αγγελάκη-Ρουκ αντιμετωπίζει την πρόκληση να τρέψει τον εφιάλτη σε ποίημα: «Τολμά να ονειρεύεται/ το αντίδοτο της αγωνίας/ το Λόγο». Να, λοιπόν, ο Λόγος με κεφαλαίο «Λ», σε μια συλλογή που κυκλοφορεί το 1995. Η φθορά και ο θάνατος είναι το «μαύρο χώμα» που θρέφει το ποίημα να βλαστήσει «φυλλαράκι το φυλλαράκι/ ανθό τον ανθό».

Αν η ανάβαση αυτή, αν η περιπέτεια αυτή της ύπαρξης δεν είχε βαθιές ρίζες και μεγάλη σιγουριά, δε θα οδηγούσε σε ένα κλείσιμο της συγκεντρωτικής έκδοσης σαν το «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ». Πολύ εύστοχα ο Ευριπίδης Γαραντούδης από τις στήλες του ηλεκτρονικού Αναγνώστη (30.3.2014) το διαβάζει «όχι ως υστερόγραφο, αλλά ως μια ποιητική υποθήκη». Γιατί της συγκεντρωτικής αυτής έκδοσης έπονται ήδη τα έξι ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 12 της Ποιητικής με τον γενικό τίτλο «Η σιγανή φωνή της μνήμης». Και είναι πράγματι ποιήματα δυναμικά, εντυπωσιακά, αναγνωρίσιμα ως ίδια της Αγγελάκη-Ρουκ αλλά κατορθωμένα σε έναν επόμενο, εντελώς διακριτό τόνο.

Τρεις ακόμα, παρατηρήσεις που ελπίζω, αν το επιτρέψουν οι συνθήκες, να οδηγήσουν προσφυώς και σε περισσότερο τεκμηριωμένη μελέτη της ποίησης της Αγγελάκη-Ρουκ.

Παρατήρηση πρώτη: Ειπώθηκε πιο πάνω ότι πρόκειται για ποιήτρια λόγια. Σε όλο το μήκος και το πλάτος των στίχων της η συνομιλία με άλλους ποιητές και ποιήτριες, παλιότερους και σύγχρονούς της, ελληνόφωνους και ξένους, είναι διαρκής, ζωντανή, γόνιμη, κριτική. Η συγκεντρωτική έκδοση προσφέρει τη δυνατότητα να μελετηθεί με κάποια άνεση αυτή η –άλλοτε ρητή, άλλοτε αδήλωτη– αλληλεπίδραση. Το γεγονός, τώρα, ότι έχουμε να κάνουμε, επιπλέον, με μια στιβαρή κατάθεση γυναικείας φωνής, γυναικείας σεξουαλικότητας και ενός λόγου που προϋποθέτει και συγκροτεί ταυτότητες νέων θηλυκών υποκειμένων, πρωτόγνωρων για τα ελληνικά δεδομένα, ιδίως την εποχή των πρώτων δημοσιεύσεων, καθιστά και τα ερωτήματα σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις, τις προσλήψεις και τις απηχήσεις ακόμη πιο ερεθιστικά.

Παρατήρηση δεύτερη: Στη συλλογή «Η ανορεξία της ύπαρξης» (2011) αφοπλίζει με την απλότητα και το θάρρος εκμυστηρεύσεων όπως: «Ελπίζω να βρω το θάρρος/ μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:/ γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω/ να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα/ να κουβαλώ το ανδρικό σώμα» («Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ»). Τέτοιοι στίχοι δεν είναι σπάνιοι στην ποίηση της Αγγελάκη-Ρουκ και μπορούν να παραβληθούν μονάχα με αντίστοιχους καβαφικούς –εννοώ φυσικά τον ερωτικό Καβάφη, με τον τρόπο μάλιστα που τον διαβάζει ο Δημήτρης Παπανικολάου στο Σαν κ’ εμένα καμωμένοι, Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Εκδόσεις Πατάκη, 2014). Δεν είμαι σε θέση να πω αν είναι στίχοι προγραμματικοί (με τον τρόπο που θέτει το ζήτημα ως προς τον Καβάφη ο Παπανικολάου) ή ενστικτώδεις, σίγουρα όμως είναι εκ των πραγμάτων επαναστατικοί, συμβάλλοντας όχι μόνο στη συγκρότηση διαφορετικών γυναικείων ταυτοτήτων από τις παραδοσιακές, αλλά και στην ενδυνάμωση της ποιητικής έκφρασης τέτοιων ταυτοτήτων στην ελληνική γλώσσα. Το ποίημα «ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ», δημοσιευμένο στη συλλογή «Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό», του 1974, ανακεφαλαιώνει και προοικονομεί όλη την εξέλιξη της ποίησής της αλλά και θέτει με πολιτικό τρόπο το ζήτημα της σωματικότητας (Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του/ με θάνατο/ στην πλατεία/ σαν λύκος με ρύγχος καυτό/ ουρλιάζει το «θέλω»/ «δεν αντέχω»/ «φοβερίζω-ανατρέπω»/ «πεινάει το μωρό μου»./ Το σώμα γεννάει το δίκιο του/ και το υπερασπίζεται.). Δικαιούμαστε λοιπόν να στραφούμε ερευνητικά σε μιαν ανάλογη κατεύθυνση σαν εκείνη της ανάγνωσης που επιχειρεί για τον Καβάφη ο Παπανικολάου. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς με εύλογα πικρή γεύση στο στόμα, πώς θα είχαν εξελιχθεί ποιητικές φωνές ταυτόχρονα τολμηρές, λόγιες, χειραφετημένες και άξιες ποιητικά, σαν την Αγγελάκη-Ρουκ, αν δεν ήταν «καταδικασμένες» να τις δεξιώνεται επί δεκαετίες μια πιάτσα εξίσου εθνικίζουσα όπως και macho και επαρχιώτικη όπως υπήρξε και εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό η δική μας. Βιβλία όπως αυτό του Παπανικολάου αλλά και η Πολυδούρη της Ντουνιά (Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, επιμέλεια Χριστίνας Ντουνιά, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014) αλλάζουν με σαφήνεια και σταθερότητα –κάλλιο αργά παρά ποτέ– το τοπίο των αναγνώσεών μας. Τι θα γινόταν, μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτηθώ, αν η Αγγελάκη-Ρουκ συνδιαλεγόταν από νωρίς με τέτοιες κριτικές φωνές;

Παρατήρηση τρίτη: Η ευρύτητα της ποιήτριας απηχείται και στον εντυπωσιακό συγκερασμό τρόπων, φωνών και μέτρων στην ποίησή της. Πρόκειται αναμφίβολα για ποίηση που ξεκινά από τον μοντερνισμό και φθάνει στην καρδιά του μεταμοντέρνου, ενδύοντας έναν ακραίο υποκειμενισμό με στίχους ελεύθερους μεν αλλά τρεπόμενους συχνά πυκνά σε έμμετρους, μοντέρνους ή ακόμη και δημοτικούς / παραδοσιακούς (Αγγίζω και σε γεύομαι/ και μόλις πριν με πάρεις – «ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ»), με άνεση, ευλυγισία και χωρίς καθόλου τεχνικά προσχήματα. Οι σπασμένοι δεκαπεντασύλλαβοι που ακούγονται κάθε τόσο μέσα στους ελεύθερους στίχους της είναι αληθινή απόλαυση μιας και-από-την-άποψη-αυτή άνετης, χειραφετημένης φωνής: Στην κάμαρή μας χύθηκε/ χρυσάφι φθινοπώρου/ και έτριξε το σώμα σου/ μέσα μου σαν τα φύλλα («ΕΠΟΧΗ ΠΤΩΣΗΣ»).

 

Το άρθρο της Μαρίας Τοπάλη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 14 (Φθινόπωρο 2014), με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της Κ. Αγγελάκη-Ρουκ με τίτλο Ποίηση 1963-2011 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (2014).

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 17/02/2020 08:58:04