Κατηγορίες

Άρθρο

Ελένη Κατσαμά, Το σκλαβάκι της Κνωσού

Ελένη Κατσαμά, Το σκλαβάκι της Κνωσού

Γράφει η Βασούλα Κατέρη

 

Ο Αϊσά, «το σκλαβί, το σκλαβάκι το τιποτάκι». Από την Αφρική βρίσκεται να υπηρετεί τον Μίνωα στο παλάτι του λίγο πριν την εξαφάνιση του μινωικού πολιτισμού. Το σκλαβί κινείται σαν αερικό, τα μάτια, τ’ αυτιά του, η σκιά του βρίσκονται παντού. Μέσα κι έξω από το παλάτι. Από την εξιστόρησή του γνωρίζουμε την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν στην Κνωσό κάτω από την ηγεμονία του Μίνωα. Μας συστήνει στον γέρο πια βασιλιά, καταθλιπτικό και φοβικό, προσκολλημένο στην εξουσία. Τρέμει την Πασιφάη και τις φήμες που τη συνοδεύουν για τις μαντικές της ικανότητες. Οι βασιλοπούλες, η Φαίδρα και η Αριάδνη, απολαμβάνουν τα πλούτη τους κωφεύοντας για την ένδεια και τα βάσανα των πολιτών. Ακόμη κι ο μεγάλος τεχνίτης, ο Δαίδαλος, του ομολογεί την αδυναμία του να αντιδράσει στα άδικα που συμβαίνουν: «…είμαι δειλός αγόρι μου… είμαι κι εγώ συνεργός του βασιλιά στα εγκλήματα».

Η ελπίδα και η καλοσύνη όμως παρουσιάζεται στο πρόσωπο της Αγάθης που προσφέρει το αστερόδεντρό της στον Αϊσά, το σκλαβάκι. Εμφανίζεται στο πρόσωπο της Ηούς που αρνείται να είναι «παλατιανή» και να πίνει νερό σε χρυσή κούπα ενώ οι άνθρωποι έξω λιμοκτονούν. Στον Αίμωνα τον χαλκέα που βάζει πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπειά του, που δεν υπακούει στους καταχρηστικούς νόμους του βασιλιά και οδηγείται αιχμάλωτος στον λαβύρινθο. Τα νέα αυτά παιδιά αντιστέκονται στο κατεστημένο και οραματίζονται μια καλύτερη ζωή. Η νέα πολιορκία που βρίσκεται προ των πυλών μετά τη νίκη του Θησέα, ενώ ακολουθεί η φυσική καταστροφή από την έκρηξη του ηφαιστείου στη Θήρα, είναι τα γεγονότα που τελικά αφανίζουν το βασίλειο της Κνωσού. Όσοι προλαβαίνουν συγκεντρώνονται στο λιμάνι και προσπαθούν να φύγουν για να διασωθούν. Η Ηώ και ο Αίμωνας ο χαλκέας, ερωτευμένοι, αναχωρούν χωρίς να ξανακοιτάξουν πίσω. Το σκλαβί τρέχει να οδηγήσει τον γέρο βασιλιά στον καράβι κι εκεί όλα ανατρέπονται. Ο Μίνωας χαρίζει την ελευθερία στο σκλαβάκι, του δίνει τη θέση του στο καράβι αφού προτιμά να μείνει και να θρηνήσει τη χαμένη του εξουσία. Ο Αϊσά παίρνει μαζί του την Αγάθη, τη φίλη κι αδερφή του, αναζητώντας πια μια νέα πατρίδα.

Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό αφήγημα συγκινητικό, ρεαλιστικό και διαχρονικό. Η γραφή της Ελένης Κατσαμά, η γλώσσα, το ύφος προσομοιάζουν σε κλασικά αναγνώσματα. Η λυρικότητα στην έκφραση, η χρήση σχημάτων λόγου, η ανάδειξη των ηθών της εποχής και οι περιγραφές από τους χώρους του παλατιού στην Κνωσό ταξιδεύουν τον αναγνώστη σε κείνη την περίοδο δημιουργώντας ταυτόχρονα προβολές στη σημερινή εποχή. «…Ακούγαμε πως έρχονταν από τις ακτές της Αφρικής μισοπεθαμένοι, πάνω σε πριονισμένες σανίδες για βάρκες, φορώντας μόνο ξέφτια την απελπισία τους. Πως οι μανάδες των μωρών τα’ σφιγγαν κουκουλωμένα, δαγκώνοντας το κρύο και τη νύχτα να φύγουν μακριά. Πως κάποιες άτυχες χτυπιόντουσαν κι ουρλιάζανε πάνω στα πνιγμένα. Πως οι βάρκες τους έπλεαν άδειες σχεδίες μεσοπέλαγα. Πως τα ολομόναχα παιδιά μάς κοίταζαν με μάτια μαύρα πηγάδια έτοιμα να μας καταπιούν, γιατί είχαν δει τη θάλασσα ν’ αρπάζει τις μαμάδες τους».

Σίγουρα το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όλους μιλώντας για την εξουσία που διαφθείρει, για την ευμάρεια που αποχαυνώνει, για τον πόλεμο που ματώνει, για τον θάνατο που συντρίβει, για τον φόβο που τρελαίνει. Παράλληλα φανερώνει τη δύναμη της αγάπης, της πίστης στα ιδανικά, τη σπουδαιότητα της φιλίας, τη σφοδρότητα του έρωτα, την αξία της ελευθερίας, την αγνότητα. Όλα αυτά μαζί είναι υλικά που συνθέτουν την ανθρώπινη φύση, η οποία πορεύεται απαράλλαχτη στους αιώνες.

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση «Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό» από το ΕΚΠΑ.

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 25/01/2020 02:03:14