Κατηγορίες

Άρθρο

Τη μέρα που σπάσαμε τον κόσμο (Σειρά: Το κλαμπ των χαμένων, Βιβλίο 1)

Τη μέρα που σπάσαμε τον κόσμο (Σειρά: Το κλαμπ των χαμένων, Βιβλίο 1)

Γράφει η Άννα Κουππάνου

Κάποια στιγμή αυτή η ιστορία θα γραφόταν. Κάποια στιγμή οι Χαμένοι θα μου κτυπούσαν την πόρτα, όπως κάνουν και στο βιβλίο. Σαν έτοιμοι από καιρό, σαν θαρραλέοι, οι Χαμένοι θα έρχονταν για να πουν τα κάλαντα από τα τέλη του Νοέμβρη και με πραγματικό σκοπό να πάρουν το κλειδί που ανοίγει την πόρτα για το παγωμένο σύμπαν της Νεφέλης Φωκά και για ακόμα παραπέρα. Ας μην προτρέχουμε όμως. Ας παραμείνουμε εδώ, λίγο ακόμα, έξω από αυτόν τον κόσμο και μπροστά σε αυτή την πόρτα, μέχρι να μοιραστώ μαζί σας τα σχετικά για αυτή τη μοιραία συνάντηση.

Οι Χαμένοι, λοιπόν, εμφανίστηκαν μια μέρα, αλλά η άφιξή τους είχε προαναγγελθεί. Αυτό βέβαια το γνώριζα. Το γνώριζα καλά. Ήταν αναπόφευκτο (ο τόνος δραματικός για λόγους έμφασης). Αυτό όμως που δε γνώριζα ήταν η ορμή με την οποία θα κατέφθαναν και όλα αυτά που θα έφερναν μαζί τους. Αλλά, και πάλι, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή – όσο μπορούμε, βέβαια, αφού οι σκέψεις και οι ιστορίες σπάνια έχουν μια καθορισμένη αρχή. Κάθε φορά που σκεφτόμαστε ή γράφουμε δεν ξεκινούμε από μηδενικό σημείο, αλλά από τη μέση των πραγμάτων. Γράφουμε με αυτά που είμαστε, σκεφτόμαστε με αυτά που μας έχουν συμβεί, ονειρευόμαστε με τις πεποιθήσεις μας, και όταν πιάνουμε το στιλό ή ακουμπούμε το πληκτρολόγιο, δε χρειάζεται να περιμένουμε για να ορίσουμε ποιοι είμαστε – μας ορίζει η γραφή.

Και ποιο είναι αυτό το μοιραίο μονοπάτι, θα μπορούσες να ρωτήσεις, αγαπημένη αναγνώστρια και αγαπητέ αναγνώστη, που με δένει με μια παρέα χαμένων –στον κόσμο τους, στις σκέψεις τους, στον χρόνο– δεκατριάχρονων και το γεγονός ότι κάποτε έσπασαν τον κόσμο; Ποια είναι αυτή η άρρηκτη σχέση που δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει αναπόδραστα στη συγγραφή αυτού του βιβλίου; Νομίζω ότι τα συστατικά είναι τρία, όπως είναι εξάλλου πάντα στις ιστορίες: το «αν», το «πώς» και «μια χιουμοριστική διάθεση να μοιραστώ τις πιο εξωφρενικές ιστορίες με τους γύρω μου σε ρυθμό μιας μακράς ανάσας».

Ας κοιτάξουμε λοιπόν πρώτα το «αν». Το «αν» είναι ανατρεπτικό, ενίοτε εκνευριστικό, καμιά φορά επαναστατικό και συχνά αγχωτικό και αγχωμένο. Η δική μου ζωή γράφεται με τα «αν». Κι αν αύριο πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας; Κι αν αύριο ξυπνήσω με φτερά; Κι αν τα φτερά πετάξουν μακριά; Είναι πολλά τα «αν» – στο όνομά μου υπάρχουν μάλιστα δύο. Δεν μπορώ να δω ταινία χωρίς να αναρωτηθώ τι θα γινόταν «αν» και «αν». Εσείς μπορείτε; Μπορείτε να ζείτε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς να τον ξαναγράφετε και να τον σκηνοθετείτε; Πώς να τον αντέξουμε διαφορετικά; Μικρή όταν ήμουν, μετά την παρακολούθηση της αγαπημένης μου σειράς, ακολουθούσε το πιο συναρπαστικό παιχνίδι. Μια σειρά «αν» που σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της σιωπηλής νύχτας. Την επόμενη μέρα αυτά συζητούσα με τις φίλες μου κόβοντας βόλτες γύρω από το γήπεδο του σχολείου. Εκεί, στο γήπεδο του σχολείου τους, θα εντοπίσουν κι οι Χαμένοι το πρώτο περίεργο στοιχείο που θα τους ρίξει στη δική τους περιπέτειας.

Όταν γράφεις, αυτό το «αν» είναι πολύ βοηθητικό, όταν γράφεις κείμενα φαντασίας ακόμα παραπάνω, γιατί το «αν» μπορεί να σε οδηγήσει στο να αλλάξεις κόσμους, να τους πειράξεις ή και να τους σπάσεις  λίγο ή πολύ, ποιος ξέρει; Αν έσπαζε ο κόσμος, αν κάποιος έσπαζε τον κόσμο, τι θα γινόταν; Και το πιο σημαντικό, πώς θα έσπαζε ο κόσμος και πώς θα το ανακοίνωνε αυτός που θα το έκανε.

Όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, η έμφαση στο «αν» γίνεται παιδαγωγική συνθήκη. Σκεφτόμαστε τα συστατικά των ιστοριών. Στα παραδοσιακά παραμύθια, για παράδειγμα, συναντούμε μαγικά αντικείμενα που κάποιος τα δωρίζει στον ήρωα του παραμυθιού για να φέρει εκείνος εις πέρας την αποστολή του. Αν όμως…; Αν ξεκινούσε η ιστορία με τον δωρητή; Και τι θα δώριζε στον ήρωα για να νικήσει; Και αν αυτό το αντικείμενο το έφτιαχνε ο ίδιος; Κι αν αυτός στον οποίο το χάριζε ήταν ο ίδιος του ο εαυτός; Πολλά τα «αν». Και γεννούν άλλα κι άλλα, δημιουργώντας προβλήματα, λύσεις και ανοιχτές πορείες για μυθιστορήματα φαντασίας. Αλλά μετά από όλα αυτά, τα «αν» πρέπει να συναντηθούν και να γίνουν «να», να σκηνοθετηθούν και να γίνουν «πώς». Κι αν ο δωρητής δούλευε στο εργαστήρι του φτιάχνοντας μια καρφίτσα; Πώς θα ήταν αυτό το εργαστήρι; Και πώς η καρφίτσα; Κι αν την είχε ήδη φτιάξει και τώρα βαδίζει στο χιόνι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να φτάσει στον ήρωα; Πώς θα ήταν αυτό το τοπίο; Κι αυτή η συνάντηση; Δίνεις πολλές τέτοιες αφορμήσεις και ανταποκρίσεις όταν δοκιμάζεις να γράψεις ή όταν διδάσκεις δημιουργική γραφή. Κι εγώ είχα σκηνοθετήσει πολλές σκηνές μέχρι εκείνη τη στιγμή, διάσπαρτες και αποσπασματικές, και μια μέρα είπα –ένιωσα μάλλον ότι υπήρχαν πολλά πράγματα μέσα μου. Αν το μυαλό μου ήταν ποτάμι, είχε ήδη πλημμυρίσει. Μια μέρα, λοιπόν, μετά τη συγγραφή δύο ρεαλιστικών μυθιστορημάτων για παιδιά και εφήβους, αναβόσβησε στο μυαλό μου ένα «αν» που περίμενε εκεί από καιρό. Τι θα γινόταν αν μια ομάδα παιδιών έπρεπε να ανταποκριθεί σε ένα μυστήριο σκοτεινό κάλεσμα; Και πώς θα ήταν αυτά τα παιδιά; Και ποιες οι σχέσεις μεταξύ τους; Πού θα βρίσκονταν; Και τι θα έκαναν εκεί;

Το βιβλίο γράφτηκε πολύ γρήγορα. Οι διάσπαρτες σκηνές δέθηκαν μεταξύ τους, έδιναν λύσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονταν, παρουσίαζαν προβλήματα για να δοθούν κι άλλες λύσεις, για να δοκιμαστούν οι ήρωες. Αλλά εδώ πρέπει να πω κάτι: το «αν» και το «πώς» δεν είναι αρκετά. Όλα αυτά, για να εμφανιστούν στο χαρτί, πρέπει να ενωθούν μεταξύ τους, το υλικό χρειάζεται να γίνει χείμαρρος με συγκεκριμένο ύφος και ρυθμό. Ο ρυθμός δημιουργεί πολλές φορές την ατμόσφαιρα και την ίδια την ιστορία. Τι συμβαίνει λοιπόν στο βιβλίο; Περίπου τα πιο κάτω:

Ο Ντίνος Λούλης, μαθηματική διάνοια, με μυαλό που κόβει σαν ξουράφι και ατάκες που κόβουν σαν σπαθί, συναντιέται με τον Αντώνη Χρυσό, βαρύ χεβιμεταλά, με μαλλιά που κρύβουν το ένα μάτι, με μάτια υπογραμμισμένα με μολύβι μαύρο, και ακουστικά στα δυο αυτιά. Ο πρώτος, χαμένος στις μαθηματικές εξισώσεις, ο δεύτερος σε μίζερους μαύρους στίχους! Τι θα γίνει όμως όταν αυτοί οι δύο χαμένοι γνωρίσουν τον τρίτο χαμένο, τον Στέφανο Αυγερινό, τον χειρότερο μαθητή του σχολείου και γιο της διευθύντριας, τη χαρά της φωτιάς και το ταλέντο του σπίρτου; Και τι θα γίνει ακόμα όταν στην παρέα προστεθεί η Λίζι Γκριν, μυστήρια καινούρια άφιξη από την Αμερική, που ξέρει πράγματα που κανείς δεν μπορεί να ξέρει; Οι τέσσερίς τους θα ακολουθήσουν το μυστήριο φως, τα μηνύματα του σύμπαντος, τα κύματα του χρόνου και θα φτάσουν ένα τσακ πριν την καταστροφή ολόκληρου του κόσμου. Θα προλάβουν όμως;

Έγραφα, έγραφα, χωρίς σταματημό  όταν γράφω με αυτούς τους ρυθμούς, ξέρω ότι τα πράγματα πάνε καλά. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μερικές λύσεις είχαν δοθεί και μερικές άλλες έπρεπε να περιμένουν. Ένας κύκλος όμως είχε κλείσει. Ήταν ξεκάθαρο ότι το βιβλίο έπρεπε να τελειώσει και να αφήσει χώρο για ένα άλλο που θα ερχόταν για να πάρει το νήμα και να συνεχίσει την ιστορία. Έγραψα το πρώτο και αμέσως προχώρησα και στο δεύτερο βιβλίο της σειράς. Τελικά τα «αν» ήταν πολλά και το παιχνίδι της μεταξύ τους σύνδεσης τόσο όμορφο, που δε με αφήνει να το βάλω εύκολα στην άκρη.

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 20/09/2020 03:04:58