Κατηγορίες

Άρθρο

Δεκαεφτά

Δεκαεφτά

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Το 2002 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη το μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Μητσιάλη Οδός Αθώων, θάλαμος 17.

Με το βιβλίο εκείνο, η συγκεκριμένη συγγραφέας έκανε τη δεύτερη εμφάνισή της στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Είχε προηγηθεί το έργο Θα σε μάθω να πετάς (Όμβρος, 1998).

Το Οδός Αθώων, θάλαμος 17 ήταν ένα αισθαντικό και ιδιαιτέρως εύστοχο στις ψυχολογικές αναλύσεις αλλά και στις κοινωνιολογικές τοποθετήσεις μυθιστόρημα, που αφορούσε στην ουσία το πώς από τη μια η κλειστή επαρχιακή ζωή και από την άλλη το ανεξέλεγκτο εκπαιδευτικό σύστημα μπορούσαν να οδηγήσουν τα άτομα σε ακραίες αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που έδινε τη δυνατότητα να εκφρασθούν τόσο εκπρόσωποι του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας όσο και έφηβοι – κυρίως εκείνοι που τέλειωναν τη μέση εκπαίδευση.

Οι περιγραφές της μικρής πόλης (σαφέστατες οι αναφορές στην Κέρκυρα) ήταν με εύστοχο τρόπο αρκούντως αποτελεσματικές – το ιστορικό παρελθόν σημείωνε την παρουσία του δίπλα στην υγρασία της θάλασσας και στη μοναξιά των στενών δρόμων.

Η μυθιστορηματική χρησιμοποίηση της στερεοτυπικής αυταρχικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος χάριζε στη ροή της αφήγησης ολοζώντανες εικόνες που με αμεσότητα παρέπεμπαν στην σχολική ζωή εκείνων των χρόνων (μιας και το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει το 2002, και κάποια άλλη χρονολογία δεν αναφερότανε μέσα στην αφήγηση, λογικό το συμπέρασμα πως τα γεγονότα γινόντουσαν κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90).

Να υπενθυμίσω πως εκείνη την περίοδο ξεσπούσαν οι ποικίλες αντιδράσεις των μαθητών και παράλληλα η αυταρχικότητα της σχολικής εκπαίδευσης δεν είχε ακόμα αποσχισθεί από αντιπαιδαγωγικές πρακτικές παρελθόντων εποχών.

Μέσα σε αυτές τις καταστάσεις, οι ήρωες κατέθεταν τα αδιέξοδά τους και τις όποιες αναζητήσεις διεξόδων από αυτά.

Ισομοιρασμένη η εστίαση ανάμεσα στους ενήλικες, εκπαιδευτικούς και γονείς, και στους μαθητές. Μα τελικά θα ήταν οι πράξεις των ενηλίκων που θα επηρέαζαν τις αντιδράσεις των νέων – λογική στάση για ένα μυθιστόρημα που είχε αποφασίσει να ενταχθεί στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Μέσα από εκείνο το έργο της, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη επιβεβαίωσε την δυναμική του ταλέντου της – μια συγγραφέας που διαθέτει προσωπικό ύφος και καταγγελτική τόλμη.

Μετά από δύο χρόνια η Μητσιάλη εκδίδει ένα παιδικό βιβλίο και από τότε μέχρι σήμερα όχι μόνο δείχνει να έχει αφοσιωθεί στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, αλλά και να έχει καταξιωθεί πολλαπλά ως μία από τις πλέον ταλαντούχους σύγχρονους εκπροσώπους της (μόνο το 2008 θα φέρει στη δημοσιότητα ένα ακόμα βιβλίο για ενήλικες).

Εφέτος, τόσο η ίδια όσο και οι Εκδόσεις Πατάκη αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν και πάλι το μυθιστόρημα του 2002, αυτή τη φορά με μια αλλαγή στον τίτλο –Δεκαεφτά- αλλά και στη σειρά όπου το εντάξανε.

Όχι πλέον Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, αλλά Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους, και μάλιστα στην άτυπη υποκατηγoρία των μυθιστορημάτων Cross Over (έργα που ο εκδότης τα διαχωρίζει με την ένδειξη : Καμιά Λογοκρισία / Λογοτεχνία Cross Over).

Αν η επανέκδοση ενός μυθιστορήματος μετά από μια μεγάλη χρονική περίοδο αποτελεί ένδειξη της αξίας του έργου, η επανέκδοσή του και παράλληλα η ένταξή του σε μια νέα σειρά, και δη για νέους, προσφέρει μια αρκετά ενδιαφέρουσα άποψη για το πώς ίσως διαφοροποιούνται τα κριτήρια κατάταξης των έργων. Βέβαια η νεανική λογοτεχνία, και δη τα μυθιστορήματα (ελληνικά και ξένα) που τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να χαρακτηρίζονται ως cross over, ελάχιστες διαφορές έχουν από τα αντίστοιχα έργα μιας λογοτεχνίας για ενήλικες.

Παρ’ όλα αυτά διαθέτουν δικά τους χαρακτηριστικά και μάλιστα τα τελευταία δύο χρόνια έχουν δημοσιοποιηθεί ενδιαφέρουσες μελέτες και έχουν ξεκαθαρίσει ορισμούς (https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-kontoleon-15032016 - http://keimena.ece.uth.gr/main/t25/07-kouraki.pdf ).

Μα θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως το μυθιστόρημα που σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε cross over είναι σχεδόν παρόμοιο με εκείνα που τα έχουμε εδώ και χρόνια ονομάσει «μυθιστορήματα ενηλικίωσης» ή «μυθιστορήματα μαθητείας» – για παράδειγμα, Μεγάλες προσδοκίες ή Ο φύλακας στη σίκαλη.

Κεντρικό όσο και γενικό χαρακτηριστικό αυτών των έργων είναι πως στηρίζουν την ύπαρξή τους στο βίωμα ενός νέου ανθρώπου που αναζητά την προσωπική του ταυτότητα μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Ασφαλώς και δίπλα στον κεντρικό αυτόν ήρωα (αν όχι έφηβο, πάντως άτομο σε νεαρή ηλικία) υπάρχουν και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που με τις πράξεις και τις αποφάσεις τους επεμβαίνουν στη ζωή του έφηβου, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που διαπερνά ως βασικός άξονας όλο το έργο είναι η ζωή του νέου ατόμου. Μέσα από τα δικά του πάθη και τη δική του οπτική φωτίζονται (όσο κι αν φωτίζονται) οι ζωές και τα πάθη των ενηλίκων. Και πάλι ως παράδειγμα θα φέρω τον Ντίκενς και την κυρία Χάβισαμ στο Μεγάλες προσδοκίες.

Στο Δεκαεφτά η Αλεξάνδρα Μητσιάλη ελάχιστες διαφοροποιήσεις έχει κάνει από την πρώτη έκδοση του έργου (ίσως και όχι απαραίτητες) και ασφαλώς δε θα μπορούσε να υιοθετήσει άλλη παρέμβαση κάτω από την απαίτηση της οποίας θα υπήρχε ένα κεντρικό και βασικό εφηβικό πρόσωπο που την πορεία του στον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο θα παρακολουθούσε ο αναγνώστης. Το έργο όχι μόνο είναι πολυπρόσωπο αλλά και όλη του η δομή είναι –όπως και πιο πριν τονίστηκε– ισομοιρασμένη σε πολλά πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών.

Παρ’ όλα αυτά η εκδοτική του ένταξη είναι γεγονός και μάλιστα υπογράφεται και από συγγραφέα που έχει διακριθεί στο είδος των νεανικών μυθιστορημάτων και επιδιώκει τώρα να ανιχνεύσει και το κοινό των cross over, αλλά και από εκδότη που είναι αναμφίβολα ο πρωτοπόρος σε αυτήν την κατηγορία.

Έχω μια εξήγηση για το γεγονός – οι παιδαγωγικές απόψεις που πολύ συχνά έχουν κατηγορηθεί πως προσπαθούν να επιβάλουν ένα είδος λογοκρισίας στη λογοτεχνία όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των νέων ολοένα και υποχωρούν. Άλλοτε με έντονα και τολμηρά βήματα πρώτων εκδοτικών παρουσιών (για παράδειγμα, Junk, Θα σου χαρίσω τον ήλιο, Το δέντρο των ψεμάτων, Μαξ, Αμαρτωλή πόλη κ.ά.) κι άλλοτε κάπως πλέον διακριτικά (όπως η μεταγραφή /μετονομασία του Οδός Αθώων, αριθμός 17 σε Δεκαεφτά).

Ίσως, λοιπόν, οι ασφυχτικές παιδαγωγικές στρεβλώσεις να τείνουν προς εξαφάνιση και να αφήνουν τη λογοτεχνία –την καθαρή λογοτεχνία– να αναπνέει χωρίς μάσκες υποκριτικής συγκάλυψης.

Ίσως… Μακάρι, θα έλεγα. Και σε αυτό οφείλουμε όλοι, που με τον έναν ή άλλο τρόπο ασχολούμαστε με αυτό το ζήτημα, να συμβάλλουμε με θέσεις μελετημένες και έργα φτιαγμένα με αυστηρές λογοτεχνικές προδιαγραφές. 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 15/12/2019 12:02:49