Κατηγορίες

Άρθρο

«Στρώμα από λέξεις». Αφήγημα ποιητικής της Φωτεινής Φραγκούλη

«Στρώμα από λέξεις». Αφήγημα ποιητικής της Φωτεινής Φραγκούλη

γράφει η Άντα Κατσίκη- Γκίβαλου

 

«Το σχολειό, όταν ανοίξει την πόρτα του στην τέχνη, μπορεί να γίνει φάρμακο με την έννοια της ίασης κι όχι με την έννοια φαρμάκι. Γιατί είναι δισυπόστατη έννοια. Και μπορεί να ’ναι και τα δυο» μας λέει η Φωτεινή Φραγκούλη σε ομιλία της σε Γυμνάσιο των Γρεβενών με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου της Ελιά στο πέλαγος. Και έχει απόλυτα δίκιο. Η ίδια, στη συνέχεια επισημαίνει δυο σημαντικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία φιλαναγνωστικού κλίματος στο σχολείο. Αυτές είναι ο ενθουσιασμός του εκπαιδευτικού για τη λογοτεχνία και η καλλιέργεια φιλικών σχέσεων μεταξύ αυτού και των μαθητών. «Νομίζω πως ένας δάσκαλος που αγαπά αυτό που κάνει είναι συγκοινωνούν δοχείο με τα παιδιά και το μεταδίδει. Η συγκίνηση μεταδίδεται. Δε γίνεται διδακτικά. Και αυτό που χρειαζόμαστε είναι η συγκίνηση και η μετάγγιση και το κέφι να πηγαίνουμε κόντρα στα δύσκολα».

Όλοι μας κατανοούμε ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός λογοτεχνικού κειμένου στην τάξη διαφέρει από τη μοναχική ανάγνωση. Η τάξη συνιστά ένα σύνολο αναγνωστών με διαφορετικό συνήθως χαρακτήρα, κουλτούρα, ακόμη και γλώσσα. Η διαδικασία της ανάγνωσης στο σχολικό περιβάλλον εξαρτάται κυρίως από τις σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους αλλά και από τη σχέση τους με το κείμενο. Η λογοτεχνία μέσα από τη μυθοπλασία προβάλλει, θίγει, σχολιάζει φαινόμενα, καταστάσεις, ζητήματα, προβλήματα που αφορούν κοινωνικά σύνολα αλλά και τον κάθε αναγνώστη χωριστά. Συνιστά μια μορφή διαμεσολάβησης ανάμεσα στον μικρό μαθητή και στον ιστορικοκοινωνικό του χώρο. Ο μαθητής εμπλέκεται στη διαδικασία της ανάγνωσης, εφόσον αναγνωρίζει στο λογοτεχνικό κείμενο ιδέες, θέματα ή γεγονότα που έχει ο ίδιος βιώσει ή τον έχουν απασχολήσει. Σημαντική προϋπόθεση, λοιπόν, είναι η επιλογή του κατάλληλου βιβλίου ή κειμένου. Και αυτή , θα έλεγα, είναι η τρίτη προϋπόθεση. Κάθε μαθητής συνομιλεί και απολαμβάνει χωριστά το κείμενο αλλά και όλοι μαζί ανταλλάσσουν απόψεις, αναγνωστικές ή βιωματικές εμπειρίες, σχετικές μ’ αυτό, δημιουργώντας μ’ αυτόν τον τρόπο ένα άλλο κείμενο πάνω στο κείμενο που διάβασαν.

Στους δασκάλους, μας λέει στην ίδια ομιλία της η Φωτεινή, «πέφτει ο ρόλος του διαμεσολαβητή για να φέρουμε την τέχνη κοντά στα παιδιά και σ’ εμάς τους ίδιους, γιατί μας βοηθά να εκφραστούν και τα φωτεινά και τα σκοτεινά και τα επικίνδυνα και τα ακίνδυνα και αν μη τι άλλο γινόμαστε καλύτεροι όλοι. Είναι ιαματική η τέχνη» ( ό.π.).

Πέρα από την καθοριστική επιλογή του βιβλίου ή των βιβλίων, σημαντικό ρόλο στη «διδασκαλία» της λογοτεχνίας και στην προσέλκυση των παιδιών στη φιλαναγνωσία παίζουν οι τρεις παράμετροι της ανάγνωσης: ο συγγραφέας, το κείμενο και ο αναγνώστης. Εάν κατά τη «διδασκαλία» καταφέρουμε να λάβουμε υπόψη μας και τις τρεις αυτές παραμέτρους, θα οδηγηθούμε όχι μόνο σε μια πολυδιάστατη, πολυεστιακή, διαλεκτική και εν τέλει προσφορότερη και δημιουργικότερη για το μαθητή συνομιλία με το λογοτεχνικό κείμενο, αλλά θα δώσουμε πολλά και διαφορετικά κίνητρα για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ στις τρεις αυτές παραμέτρους μέσα από το κείμενο της Φωτεινής Φραγκούλη «Στρώμα από λέξεις» που είναι η πρώτη ιστορία, η πρώτη αφήγηση από το βιβλίο της Ελιά στο πέλαγος (Εκδόσεις Πατάκη 2015), προσπαθώντας να δείξω πώς ένα σύντομο σε έκταση λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να γίνει η αφορμή να γνωρίσουν ακόμη και μικρά παιδιά τους συντελεστές της συγγραφικής δημιουργίας και της αναγνωστικής απόλαυσης, να εξοικειωθούν δηλαδή με την ουσία της λογοτεχνίας.

Θα αναφερθώ επιγραμματικά στις τρεις αυτές παραμέτρους της ανάγνωσης κι αυτό για να προσδιορίσουμε τι επιδιώκουμε ασχολούμενοι με καθεμιά από αυτές. Ευνόητο βέβαια είναι ότι ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να γνωρίζει τις αντίστοιχες θεωρίες της λογοτεχνίας (ιστορικοφιλολογική, κειμενοκεντρική, αφηγηματολογία, δομισμό, αναγνωστικές θεωρίες).

Ο συγγραφέας σηματοδοτεί την πραγματικότητα του καιρού του με το έργο του. Τα στοιχεία της ζωής του και της δράσης του όμως θα διευκολύνουν τον μαθητή-αναγνώστη να αντιληφθεί την πορεία του έργου του μέσα στον χρόνο και το πέρασμά του από το πολιτισμικό πλαίσιο παραγωγής στο δικό του, να εξοικειωθεί με το ύφος του, να μπει στο συγγραφικό του εργαστήρι.

 

Το κείμενο και η προσέγγισή του με βάση μόνο τους δικούς του κώδικες, αυτούς του δομισμού, δεν παρέχουν τη δυνατότητα «συσχετισμού του έργου με τις πραγματικότητες τις οποίες πραγματεύεται ή με τις συνθήκες που το παρήγαγαν ή με τους πραγματικούς αναγνώστες οι οποίοι το μελετούσαν».2

 

 

Προκαλεί όμως το ενδιαφέρον των παιδιών κυρίως μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες, ώστε να εξοικειωθούν με τη δομή του κειμένου, με τις λέξεις-κλειδιά που εμπεριέχει και με τεχνικές της αφήγησης3.

Τέλος, ο αναγνώστης, στην προκειμένη περίπτωση ο μαθητής, και το αντικείμενο (το βιβλίο) συνδέονται στενά. Ο αναγνώστης είναι αυτός που συνομιλεί τόσο με τον συγγραφέα όσο και με το κείμενο, συνδέοντάς τους με τις αναγνωστικές και βιωματικές του εμπειρίες. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να θεωρεί το κείμενο «ανοιχτό», όχι «κλειστό» και η συνανάγνωση-προσέγγισή του να πραγματοποιείται μέσα από τη συγχώνευση των ποικίλων εμπειριών, των προβληματισμών και των ανταποκρίσεων των μαθητών στο λογοτεχνικό κείμενο, ύστερα από συζήτηση.

Ας έρθουμε τώρα στο κείμενο.

 

«Στρώμα από λέξεις». Αφήγημα ποιητικής

Ο συγγραφέας

«Στην άκρη άκρη των λέξεων, στο τέλος ή στην αρχή μιας ιστορίας είναι ένα μικρό σπιτάκι ολομόναχο. Εκεί μένει ο ποιητής των παραμυθιών. Αυτός που παίρνει τις αλήθειες και τις κάνει πιο αληθινές» (σ. 7)4.

Σ’ αυτήν την παράγραφο εμπερικλείονται απόψεις της Φωτεινής Φραγκούλη για τον κύριο ρόλο του συγγραφέα, που δεν είναι άλλος από το να δημιουργεί με το κείμενό του μια διευρυμένη πραγματικότητα που προκύπτει από την ώσμωση του πραγματικού και του φανταστικού. Η σχέση πραγματικότητας – φαντασίας έχει απασχολήσει πολλούς λογοτέχνες και θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Το αισθητικό ρεύμα που εξέφρασε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο τη νέα πιο αληθινή αυτή πραγματικότητα είναι ο υπερρεαλισμός, ένα ρεύμα που έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη Φωτεινή Φραγκούλη και μέσω του μαγικού ρεαλισμού, καθώς και ένα πλήθος λογοτεχνών, ιδιαίτερα νεότερων, της παιδικής λογοτεχνίας.

Η σχέση φανταστικού – ρεαλιστικού επιβεβαιώνεται από τον χαρακτηρισμό του λογοτέχνη ως «ποιητή των παραμυθιών». Ο ευρηματικός αυτός χαρακτηρισμός, πέρα από την ποιητικότητά του, προσφέρει στον δάσκαλο τη δυνατότητα, αναφέροντας τίτλους γνωστών παραμυθιών ή και διαβάζοντας κάποια παραμύθια, να εξοικειώσει τους μικρούς αναγνώστες με τους συμβολισμούς και τα υπερ-λογικά στοιχεία τους, που μέσα από τις παραβολές τους εμπλουτίζουν την πραγματικότητά μας και διευρύνουν την αλήθεια της.

Αυτός ο χαρακτηρισμός που παραπέμπει στη δημιουργικότητα του λογοτέχνη ενισχύεται από την εμπλοκή στην έννοια του παραμυθιού αυτής των ονείρων: «Όταν αυτός κοιμάται, τα παραμύθια χορεύουν στα όνειρά του. Οι λέξεις συγυρίζουν τις γωνιές του μυαλού του. Ποτέ δεν είναι μόνος. Έχει αστέρια στον ουρανό του, που λάμπουν με σμαραγδένιο φως» (σ. 7). Οι παραπάνω φράσεις δεν αποκαλύπτουν παρά τις πηγές έμπνευσης και τα θέματά που τον απασχολούν συνεχώς, συνειδητά και ασυνείδητα, ενώ στο κείμενο αυτό θίγεται και η μοναξιά του δημιουργού, ένα άλλο κεφάλαιο της ποιητικής. Η μοναξιά του είναι ψευδής, καθώς οι πηγές, οι αφορμές έμπνευσής του και ο τρόπος λεκτικής και υφολογικής αποτύπωσης και χειρισμού τους τον απασχολούν συνεχώς. Είναι οι ώρες της γόνιμης σιωπής, της αναζήτησης της «silva oscura» του Σεφέρη.

Στις παραπάνω απόψεις αποτυπώνονται θέσεις που ισχύουν τόσο για τον συγγραφέα γενικά όσο και για την ίδια ως συγγραφέα. Οι θέσεις αυτές αποτελούν ισχυρό κίνητρο για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον των μαθητών για τον/τη συγγραφέα και το έργο του/της. Για να μυηθούμε στο συγγραφικό εργαστήρι της Φραγκούλη, καλούμε τους μαθητές μας να διαβάσουν και άλλα κείμενά της για να γνωρίσουν τη ζωή της μέσα από αυτά και να δημιουργήσουν παιχνίδια με το υλικό αυτό.

Και ερχόμαστε στις αναφορές της στο κείμενο

Το κείμενο

Στη συνέχεια της μικροαφήγησης η Φραγκούλη ταυτίζει τη λογοτεχνική δημιουργία με το παιχνίδι, ενώ εικονοποιεί τα θέματα που την απασχολούν με παιχνίδια. Στην ουσία εκθέτει μια ευρέως διαδεδομένη άποψη για την λογοτεχνία ως παιχνίδι. Εκεί παραπέμπει η φράση του κειμένου: «Τα παιδιά τον έχουν φίλο πολύτιμο, [τον συγγραφέα] γιατί ξέρει να παίζει» (σ. 7). Η αγάπη του παιδιού για το παιχνίδι, καθώς και η συσχέτιση τόσο της λογοτεχνίας όσο και της ανάγνωσης με αυτό εδραιώνουν την επιλογή του ως τρόπου για την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του παιδιού για το βιβλίο. Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι φαντασίας, ένα παιχνίδι με τις λέξεις, «είναι ένα παιχνίδι για μεγάλα παιδιά» λέει ο Βασίλης Αλεξάκης, ενώ ο Φρόυντ, αναφερόμενος στην τέχνη και ειδικότερα στην ποίηση, υποστήριξε ότι η νοσταλγία του ποιητή για την παιδική του ηλικία βρίσκει την εκπλήρωσή της στην ποιητική δημιουργία, καθώς το έργο ενός ποιητή είναι συνέχεια και υποκατάστατο του παιχνιδιού της παιδικής ηλικίας.5 «Τα παιχνίδια, παλιά και καινούρια, ξεκουράζονται στο σπίτι του» (σ. 7) μας λέει η Φωτεινή. Με την παραμυθική εικονοποιία και το αντίστοιχο περιβάλλον: τους «πανάρχαιους ήχους, τις μικροσκοπικές νεράιδες, που μαζεύουν δροσιά και φρεσκάδα από τις εποχές και από τα δέντρα τα μυστικά τους και του τα φέρνουν» (σ. 7) αποκαλύπτει η Φραγκούλη το υλικό της έμπνευσής της: φύση, παράδοση, μυστήριο, μαγεία, καθώς και τα παιχνίδια της γραφής της. «Το πρωί είναι γεμάτος ιδέες. Ξυπνά και γράφει, γράφει. Γράφει ιστορίες» (σ. 8).

Η δεύτερη αυτή παράγραφος του αφηγήματος δίνει το έναυσμα για την ενασχόληση των μαθητών με τη σχέση βιωμένης και ονειρικής πραγματικότητας, μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες με κείμενα της Φραγκούλη όσο και με αυτά άλλων συγγραφέων, με βάση τις έννοιες παιχνίδια και λέξεις.

Εξαιρετικά βοηθητικό ρόλο στον σχολιασμό του κειμένου παίζει η εικονογράφηση της Εύης Τσακνιά. Το φραστικό και εικονιστικό υλικό προτρέπει τα παιδιά να μπουν στο εργαστήριό της συγγραφέως και κεντρικού ήρωα, στα όνειρά της, στον τρόπο που συλλαμβάνει τις ιδέες της και σ’ αυτόν που τις εκθέτει. Στη συνέχεια τα προκαλούμε να ανακαλύψουν και άλλα χαρακτηριστικά της γραφής της και από άλλα της κείμενα ή να γράψουν κι αυτοί δικά τους κείμενα με την ίδια θεματική ή τεχνοτροπία.

Ο αναγνώστης

Η συνέχεια της αφήγησης αναφέρεται στη μεταφορά του μηνύματος από τον πομπό στον δέκτη, από τον συγγραφέα στον αναγνώστη και στον τρόπο που επικοινωνεί ο τελευταίος με το κείμενο. Η Φραγκούλη νομίζω πως όχι τυχαία επινοεί «το πουλί των παραμυθιών», το μαντατοπούλι, όπως το ονομάζει, που μεταφέρει τόσο τις προφορικές ιστορίες ενός αφηγητή στον ακροατή - αναγνώστη όσο και τις γραπτές αφηγήσεις του λογοτέχνη «που [τις] κλείνει μέσα σ’ αυτά τα πολύτιμα μισάνοιχτα κουτάκια, που είναι τα βιβλία» (σ. 8). Ήδη με τις εικόνες της αυτές η Φραγκούλη αναφέρεται τόσο στα προφορικά κείμενα, κυρίως παραμύθια, όσο και στη γραπτή λογοτεχνία. Ακόμη πρέπει να σημειώσουμε τον χαρακτηρισμό μαγικό για τον τρόπο που επικοινωνεί ο αναγνώστης με το κείμενο, καθώς και τους προσδιορισμούς «πολύτιμα» και «μισάνοιχτα» με τους οποίους χαρακτηρίζει τα βιβλία. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί καθώς και το μαντατοπούλι δίνουν την ευκαιρία στον/στην εκπαιδευτικό να συζητήσει με τους μαθητές του/της για τα μηνύματα που στέλνει ένα κείμενο στον αναγνώστη του, ενώ παράλληλα να μιλήσει για τον μαγικό - παραμυθικό, υπερρεαλιστικό, φανταστικό τρόπο, για τον μαγικό ρεαλισμό με τον οποίο μπορεί ο λογοτέχνης να κλείνει στα βιβλία τις ιστορίες του που δεν είναι μονοσήμαντες αλλά ανοικτές, όπως τα κουτάκια, σε πολλαπλές προσεγγίσεις.

Στη συνέχεια αλλάζει η οπτική γωνία της αφήγησης και από τριτοπρόσωπη γίνεται πρωτοπρόσωπη. Ο αφηγητής μπορεί να είναι η συγγραφέας, ο ήρωας μιας ιστορίας, ίσως και ο αναγνώστης. «Μια βραδιά χάθηκα κι εγώ στο δάσος μιας ιστορίας και προσπαθώντας να βγω, βρέθηκα στο σπιτάκι του» (σ. 8). Τα κενά της αφήγησης επιτρέπουν πολλαπλές προσεγγίσεις, γεγονός που διευρύνει τα όρια της φαντασίας και την κριτική ικανότητα των αναγνωστών. Το συγκείμενο όμως που ακολουθεί μας κατευθύνει να ταυτίσουμε τον αφηγητή με τη συγγραφέα που στις δύο τελευταίες παραγράφους της αφήγησης αναφέρεται στη διακειμενικότητα, στη συνομιλία με άλλα κείμενα και συγγραφείς και στη χαρά της λογοτεχνικής ανάγνωσης. «Με έβαλε να κοιμηθώ σε ένα στρώμα από λέξεις […] με κέρασε πέντε έξι εφτά, οχτώ… ιστορίες για πρωινό. Κι εγώ μαζί σας θα τις μοιραστώ. Γιατί έτσι είναι το σωστό, ό,τι μας αρέσει να μην το κρατάμε μόνο για τον εαυτό μας, να το μοιραζόμαστε» (σ. 8).

Φράσεις που έχουν την απόλυτη εφαρμογή τους στη λογοτεχνική ανάγνωση στην τάξη.

Καταλήγοντας, δε συναντάμε συχνά στη λογοτεχνία για παιδιά κείμενα ποιητικής. Το κείμενο αυτό της Φωτεινής Φραγκούλη μετατρέπει τη θεωρία σε λογοτεχνία και προκαλεί τον εκπαιδευτικό να το διαβάσει με τους μαθητές του μ’ αυτόν τον τρόπο και παίζοντας με τις λέξεις να τους μυήσει στη λογοτεχνική γραφή και ανάγνωση.

Άντα Κατσίκη- Γκίβαλου

ομ. καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας Π.Τ.Δ.Ε. , Ε.Κ.Π.Α.

   

 

 

1. Το «Στρώμα από λέξεις» είναι το πρώτο αφήγημα από τη συλλογή αφηγημάτων Ελιά στο πέλαγος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015, σσ . 7-8. 

2. Eagleton TΕισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, εισαγωγή – θεώρηση μτφρ. Δ. Τζιόβας, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989, σ. 169.

3. Μπορούμε όμως με κέντρο το περιεχόμενο να οδηγηθούμε στην ανάγνωση άλλων σχετικών λογοτεχνημάτων του ίδιου ή άλλων συγγραφέων της ίδιας ή και διαφορετικών χρονικών περιόδων, πηγαίνοντας από το ένα βιβλίο στα πολλά.

4. Ο αριθμός μέσα σε παρένθεση παραπέμπει στη σελίδα του βιβλίου από όπου λαμβάνονται τα αποσπάσματα.

5. Βλ. Κατσίκη-Γκίβαλου, Άντα, «Ο δάσκαλος ανάμεσα στο παιδί και στο βιβλίο» στο Το θαυμαστό ταξίδι, Εκδόσεις Πατάκη 102003, σ. 66. 

 

 

 

 



 

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 15/11/2019 09:12:57